Back to top
• ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ/ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ ΒΛΑΧΕΡΝΑΣ

«Αυγόφλουδα στο Νούδημο-Λαμπρή στο Μπεζενίκο»

Στα χρόνια της σκλαβιάς οι παπάδες δε γνώριζαν πολλά γράμματα, ούτε υπήρχαν ημερολόγια και ιδιαίτερα που η Λαμπρή είναι κινητή εορτή. Ένας παπάς, όταν απόκρεψαν την Καθαρή Δευτέρα έβαλε σαράντα οκτώ πλατοκούκια στην τσέπη του ράσου του. Κάθε ημέρα πέταγε από ένα κουκί ή μάλλον το έτρωγε. Κόντευαν να σωθούνε τα κουκιά διότι πλησίαζε Μεγάλη Εβδομάδα και η Λαμπρή. Η παπαδιά είχε ιδεί τα κουκιά στην τσέπη του παπά και θα είπε: «θα τα έχει ο παπάς να ροκανάει κανένα να του περνάει η ώρα». Όταν είδε ότι τα κουκιά λιγόστεψαν του έριξε κι άλλα στην τσέπη, ο παπάς πλέον έχασε τον μπούσουλα, που εν αγνοία του η παπαδιά έβαλε κι άλλα κουκιά. Όπου ήλθε η Λαμπρή κι ο παπάς είχε μεσάνυχτα. Ήταν Σάββατο της Λαμπρής, πήρε ο παπάς τα γαιδουράκια του και πήγε να τα ποτίσει στον Νούδημο, ίσως να είχε κοπεί στον Μπεζενίκο (το νερό) και πήγε προς τα εκεί και έκοψε και ξύλα. Όταν έφτασε στην πηγή του Νούδημου είδε αυγόφλουδες από κόκκινα αυγά και του ήρθε παράξενο γαιτί τα κουκιά στην τσέπη του, δεν είχαν σωθεί.

Ήλθε ένας Λεβιδιώτης τσοπάνης για νερό και τον ρώτησε ο παπάς τι συμβαίνει με τις αυγόφλουδες που είδε. «Παπά», του λέει. «τον χαζό κάνεις ή με κοροϊδεύεις; Που ζεις δεν είχαμε Λαμπρή την Κυριακή που μας πέρασε;».

Ο παπάς τα έχασε, δε μίλησε, πήρε τα γαϊδουράκια του και ήλθε στον Μπεζενίκο. Χτύπησε τη νύχτα τις καμπάνες χαρμόσυνα, όλο το χωριό πήγε στην εκκλησία και έψαλλε το «Χριστός Ανέστη» την Κυριακή του Θωμά.

Κατά μία εκδοχή λένε πως τη Λαμπρή είχε περάσει ο Ιμπραήμ από το χωριό κι ο πασάς αφού τη Λαμπρή δεν μπορούσαν να πάνε στην εκκλησία διότι κινδύνευαν ο παπάς έκρινε σκόπιμο να γιορτάσουν τη Λαμπρή την Κυριακή του Θωμά, να κοινωνήσει κι ο κόσμος. Ίσως οι Λεβιδιώτες να έκαναν Λαμπρή σε κάποιο εξωκλήσι κρυφά. Άλλη εκδοχή είναι πως κάποιος Μπεζενικιώτης περαστικός, είδε στο Νούδημο τις αυγόφλουδες και θα πληροφορήθηκε πως στο Λεβίδι γιόρτασαν τη Λαμπρή και θα το είπε του παπά μπροστά στην παπαδιά και η παπαδιά θα ομολόγησε αυτό που είχε κάνει. Θα είπε ο άνθρωπος στον παπά: «Στο Νούδημο είδα αυγόφλουδες. Εμείς δε θα κάνουμε Λαμπρή στον Μπεζενίκο;».

***

«Τα νταούλια στου Μπασιάκου κι ο χορός στου Μπεζενίκου»

Την εποχή που στην Ελλάδα ήταν δήμοι και όχι κοινότητες στην περιοχή μας, δήμος ήταν το Λεβίδι με την Κανδήλα. Τα δε μικροχώρια, όπως ο Μπεζενίκος, η Ποντιά, Ρούση, Καλπάκη, Καρδαρά, κ.λπ., ψήφιζαν στο Λεβίδι για να βγάλουν Δήμαρχο (βλαχοδήμαρχο όπως τον έλεγαν). Κάποια περίοδο υποψήφιοι Δήμαρχοι ήταν δύο και ένας από αυτούς ήταν ο Μπασιάκος. Οι Μπεζενικιώτες ήταν ψηφοφόροι όλοι του Μπασιάκου και οπωσδήποτε αποτελούσαν μια δύναμη. Αφού η προεκλογική κίνηση είχε αρχίσει, ο Μπασιάκος σίγουρος για την νίκη είπε στους Μπεζενικιώτες να πάρουν και τα όργανα μαζί τους την ημέρα των εκλογών, για να το γλεντήσουν μετά το αποτέλεσμα.

Πράγματι, την ημέρα των εκλογών σηκώθηκαν νύχτα, πήραν τα νταούλια και τις πίπιζες και ξεπέζεψαν στου Μπασιάκου το αρχοντικό και με το βγάλσιμο του ήλιου πήγαν πρώτοι να ψηφίσουν. Τότε ψήφιζαν με σφυρίδια, που ήταν σαν μολύβι, στο μέγεθος και στο σχήμα του ρεβυθιού, μόνο που άλλαζε το χρώμα, μαύρο για τον ένα υποψήφιο και άσπρο για τον άλλον.

Την εποχή εκείνη γίνονταν ομηρικές μάχες μεταξύ των δύο παρατάξεων. Μεγάλοι ξυλοδαρμοί. Οι μαγκουροφόροι κι οι ψευτοπαλληκαράδες της μιας ή της άλλης παράταξης δρούσαν προεκλογικά και έδερναν τους αντιπάλους, αδύνατους ψηφοφόρους. Εδώ το λόγο τον είχαν οι Λεβιδαίοι με το παράγοντα έδρα βέβαια. Οι Μπεζενικιώτες την ημέρα εκείνη περίμεναν σε ομάδες μέσα στις ταβέρνες και στα καφενεία για να βγουν τα αποτελέσματα.

Το ηλιοβασίλεμα άρχισε η καταμέτρηση. Στα πενήντα σφυρίδια μόνο δέκα περίπου ήταν του Μπασιάκου. Στα δε εκατό, μόνο τριάντα. Πανικός για τους ψηφοφόρους Μπεζενικιώτες. Δεν υπολόγισαν πως στον πάτο της κάλπης υπήρχαν τα πιο πολλά γιατί είχαν πάει και είχαν ψηφίσει από τους πρώτους. Φοβισμένοι για τους ξυλοδαρμούς των Λεβιδαίων, καβάλησαν τα ζα τους και έφυγαν για το χωριό πριν τελειώσει η καταμέτρηση, αφού παράτησαν και τα νταούλια τους, στου Μπασιάκου το σπίτι. Τα τελικά αποτελέσματα όμως ήταν διαφορετικά από τα αρχικά και Δήμαρχος βγήκε ο Μπασιάκος με διαφορά μάλιστα!

Κάποιος Μπεζενικιώτης όμως είχε μείνει στο Λεβίδι και παίρνοντας τα αποτελέσματα καβαλάει το άλογό του και φτάνοντας στο χωριό βρίσκει στο καφενείο τον κόσμο μουδιασμένο και στενοχωρημένο. Τους φωνάζει πως Δήμαρχος βγήκε ο Μπασιάκος και αμέσως άρχισε το τραγούδι και ο χορός, μέχρι και οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα μέσα στην νύχτα. Τότε κάποιος πετάχτηκε και είπε: “Τα νταούλια στου Μπασιάκου κι ο χορός στου Μπεζενίκου. Τι καθόμαστε ρε παιδιά; Πάμε όλοι σύσσωμοι”.

Καβάλησαν τα ζα τους, πήγαν στο Λεβίδι, πήραν τα νταούλια και τις πίπιζες και γλεντοκοπούσαν ως την άλλη μέρα, μαζί με το Δήμαρχο τους.

***

«Δώδεκα Μπεζενικιώτες δεκατρείς Καπεταναίοι»

Μια φορά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ο Γέρος του Μοριά, βάφτιζε στο Μπεζενίκο ένα παιδί, τον Θοδωρή του Μεγρέμη. Μετά την μεγάλη υποδοχή που του έκαμαν οι Μπεζενικιώτες και ο κουμπάρος, ο Κολοκοτρώνης θέλησε να κάνει ένα καπετάνιο από το χωριό. Το χωριό τότε είχε δώδεκα οικογένειες. Σ αυτές πρέπει να προσθέσουμε και ένα κολαούζι από την Κώμη, της Παπάτσας, από την οποία προέρχονται οι σημερινοί Παπαχροναίοι. Αφού ο Γέρος ζήτησε έναν για καπετάνιο, όλες οι οικογένειες, από φιλοπατρία, βγήκαν μπροστά του. Δεκατρία παλικάρια, ένα από κάθε οικογένεια και το κολαούζι ξεχώρισαν, για να διαλέξει ο Γέρος τον καπετάνιο. Ο Κολοκοτρώνης ήξερε ότι το χωριό είχε δώδεκα οικογένειες. Για αυτό όταν είδε δεκατρείς, διαμαρτυρήθηκε. Του είπαν όμως, πως βρίσκεται και ο δέκατος τρίτος και γέλασε. Τότε είπε την φράση: “Δώδεκα Μπεζενικιώτες δεκατρείς Καπεταναίοι”.

***

«Του Μπεζενίκου ο παπάς ποτές δεν πάει στο Μύλο»

Την παροιμία αυτή την έχουν βγάλει από πολλά χρόνια επί Παπαγιώργη. Ο Μπεζενίκος πάντα περιβάλλει τους παπάδες με σεβασμό και αγάπη. Ήταν μεγάλο το χωριό με πολλά γιορτοφόρια, μνημόσυνα και σαρανταλείτουργα και ο παπάς με τα πρόσφορα εξασφάλιζε το ψωμί της χρονιάς του.

Ο αείμνηστος παπα-Κοντοράβδης μοίραζε και στους φτωχούς. Μόνο τα Ψυχοσάββατα συγκέντρωνε πάνω από τριακόσια πρόσφορα. Το Πάσχα γύριζαν οι παπάδες στα σπίτια, ευλογούσαν τα επιδόρπια και σήκωναν ύψωμα. Για’ αυτό λένε όταν γυρίζει άσκοπα κανείς στις γειτονιές, «αυτός σηκώνει υψώματα». Αφού ευλογούσε ο παπάς τα επιδόρπια της Λαμπρής, του προσφέρανε λίγη πλάτη από το αρνί, αυγά και οι τσοπάνηδες καμιά μυτζήθρα, τυρί και ένα ποκάρι μαλλιά. Ανήμερα Λαμπρής βγήκε ο Παπαρούνης στην ωραία πύλη όταν σχόλασε η εκκλησία και είπε: τα ποκάρια θα τα πάρουμε άλλη μέρα διότι έχουμε κηδεία και βαφτίσια. Θα γυρίσουμε αρπαχτά στα σπίτια να ευλογήσουμε.

Τότε ήσαν δύο παπάδες ο παπα-Γιώργης και ο παπα-Ρούνης και είχαν και μεγάλες οικογένειες αλλά αρκούντο στα ολίγα που τους πρόσφερε το χωριό. Νύχτα να κοινωνήσουνε τον ετοιμοθάνατο, να διαβάσουν τον ματιασμένο, να εξορκίσουν το δαιμονισμένο, να διαβάσουν τη στάνη που αρρώσταιναν τα ζώα από αερικά, κλπ.

***

«Ο Ντορόβλαγκος»

Ένας χωριανός εμπήκε στο χορό. Δεν ήξερε όμως να χορέψει. Του βαράγανε Καλαματιανό, δεν μπορούσε να το πάει, του βαράγανε Τσάμικο τα ίδια, του βαράγανε Τσακώνικο τα ίδια και χειρότερα. Τότε οι οργανοπαίχτες τον ρωτάνε: Τι χορό ξέρεις να σου παίξουμε; Παίχτε μου τον Ντορόβλαγκο, τους λέει, δηλαδή όποια μουσική ασυναρτησία και αρρυθμία μπορείτε. Οι οργανοπαίχτες άρχισαν να παίζουν χωρίς να ξέρουν τι παίζουν και αυτός εχόρευε σαν την αρκούδα. Έτσι, από τότε στο χωριό υπάρχει και ο χόρος του Ντορόβλαγκου, που το χορεύουν όσοι δεν ξέρουν χορό.

***

«Ντάλια καημένη Ντάλια»

Μια βολά ο μπάρμπα-Νικολάτσης ήτανε απάνου στα έλατα, στην Καναβόλακα. ‘Επεσε καταχνιά και δεν ήξερε που βρισκότανε ολότελα ο άνθρωπος. Εβάδιζε από δω, εβάδιζε από τσει. Κανά τσαιρό βγαίνει σε ένα μέρος, ετσεί στην Αϊτοφωλιά. Βγαίνει αγνάντια, βλέπει του Ντάρα και λέει: “Ντάλια καημένη Ντάλια χρυσό μου χωριό, που είσαι συ και που είμαι εγώ”. Τότε ετσίνησε πια το κατήφορο, την κατεύθυνση προς του Ντάρα. Μπροστά έπεσε πάνου στο δρόμο. Βρήκε το δρόμο πια, τσιε ετσίνησε τσι ήρθε στο χωριό!

***

«Ο τελευταίος απόγονος – Το άλογο»

(του δάσκαλου Νικόλαου Ι. Κουνέλη – Χατζής)

Για το άλογο που γίνεται λόγος, είναι ο τελευταίος απόγονος μιας μεγάλης σειράς που έτρεφε ο παππούς μου Νικόλαος Νικ. Κουνέλης και γνωστός με το παρανόμι «ΧΑΤΖΗΣ». Ο παππούς μου είχε μια θηλυκή φοράδα την ονομαζόμενη «Κόρμπα» που κάθε χρόνο γεννοβολούσε ένα θηλυκό ή αρσενικό άλογο με διαλεγμένο επιβήτορα από το ΔΑΡΑ, της οικογενείας που είχε και χάνι στο Νταρέϊκο χάνι. Λεγόταν το επώνυμό του Μάντης ή το χάνι του Βούρλα. Τη φοράδα αυτή δεν ήταν δυνατό να την ιππεύσει κανείς άλλος εκτός από τον παππού και αργότερα από τον πατέρα μου. Κάθε προσπάθεια ήταν μάταιη γιατί σηκωνότανε στα πισινά πόδια όρθια σχεδόν και προσπαθούσε με διάφορους ελιγμούς να ρίξει στο έδαφος τον αναβάτη. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσε ο Διονύσιος Καραγιάννης, ανιψιός του παππού, που ήταν ιππέας στην Μικρασιατική εκστρατεία. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες.

Η φοράδα αυτή διακρίνονταν εκτός από την αγριάδα της και για δυνατό τρέξιμο σε μεγάλες αποστάσεις που τις έκανε σε ελάχιστο χρόνο. Π.χ. Λεβίδι – Βλαχέρνα 6-7 λεπτά και γύρω στα 5 λεπτά την απόσταση από το κάμπο στο χωριό. Εκεί διατηρούσε μεγάλα και πολλά αγροκτήματα και αμπέλια.

Το παππού μου, διαδέχτηκε ο πατέρας μου και τελευταίος αναβάτης ο αδελφός Κώστας, ο οποίος σε γάμους πήγαινε συχαρικιάρης. Εγώ που γράφω τη σύντομη αυτή ιστορία δεν τολμώ να ιππεύσω ούτε τους απογόνους της.

Κάποτε που ο πατέρας μου, ήταν Πρόεδρος του χωριού έγιναν φοβερά επεισόδια με τους Μπονταϊντες. Οι Μπονταϊτες κατήγγειλαν τον Πρόεδρο ως υπεύθυνο των επεισοδίων. Πριν τελειώσουν καλά-καλά τα επεισόδια ο πατέρας μου καβάλησε τη φοράδα αυτή και βρέθηκε στην κεντρική πλατεία του Λεβιδίου και έπινε καφέ με τον φαρμακοποιό.

Στο Δικαστήριο λοιπόν ο κατηγορούμενος Πρόεδρος, είπε ότι τα επεισόδια έγιναν την 10η πρωϊνή. Εγώ είπε την ίδια ώρα ήμουν στο Λεβίδι και αναφέρει ονόματα για απόδειξη του ισχυρισμού του. Ο δικηγόρος των αντιδίκων ρώτησε τον πατέρα μου αν αληθεύει ότι έχει μια φοράδα που την απόσταση αυτή την καλύπτει σε ελάχιστο χρόνο ξεπερνώντας την ταχύτητα και του αυτοκινήτου της εποχής εκείνης. Ο πατέρας μου παραδέχτηκε αυτό το γεγονός και το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο, χαρακτηρίζοντας την κίνηση παραπλανητική για να δημιουργήσει που θα λέγαμε άλλοθι.

***

«Τα τρία ξαδέρφια»

Γύρω στο έτος 1920 με 1923 πήγαιναν στην Τετάρτη Δημοτικού, τρία ξαδέλφια. Ο «Τσιτάγιας» Γεώργιος Κουτσούγερας, ο «Κοτσιώνης» Κωνσταντίνος Κουτσούγερας και ο «Αραπάκος» Τρύφωνας Κουτσούγερας. Πλησίαζε να τελειώσει η σχολική χρονιά (μετά θα πήγαιναν στο σχολαρχείο) και ο πατέρας ενός των τριών ο γερο-Πάρχας, Παναγιώτης Κουτσούγερας, αποφάσισε να πάει στο σχολείο για να ρωτήσει τον δάσκαλο πως πάει ο γιος του, ο Κώστας.

Περίμενε του λέει ο δάσκαλος να βγάλεις εσύ συμπέρασμα. Να σηκωθεί στον πίνακα ο Κωνσταντίνος Κουτσούγερας, λέει ο δάσκαλος. Σηκώθηκε ο «Κοτσιώνης» τρεμάμενος. Γράψε του λέει ο δάσκαλος, (διαβάζοντας το αναγνωστικό): «Οι τούρκοι κατάγονται από τα ενδότερα της Μικράς Ασίας». Με το πρώτο γράμμα που έγραψε ο «Κοτσιώνης», του ήρθε και η φάπα γιατί το έγραψε με Η (ήτα). Τρέχοντας έφυγε από την αίθουσα. Τράβα για τα γίδια, πετάχτηκε και του είπε ο ξάδερφός του, ο «Τσιτάγιας».

Για σήκω εσύ Γιώργη, του λέει ο δάσκαλος να γράψεις την ίδια φράση. Σηκώνεται ο «Τσιτάγιας», σκέφτεται λίγο και ξεκινάει την φράση με Υ (ύψιλον). Τον φαπώνει και αυτόν ο δάσκαλος και παίρνει την άγουσα. Πετάγεται ο «Αραπάκος» και του λέει: τρέξε να βρεις τον «Τσιτάγια».

Για έλα λέει ο δάσκαλος και στον τρίτο εξάδελφο, τον Τρύφωνα, να σε δούμε και σένα. Σίγουρος ο «Αραπάκος» ανεβαίνει στον πίνακα και ξεκινάει να γράφει -με Ι (γιώτα). Φάπα από τον δάσκαλο, πάει και αυτός έξω.

Μόλις συναντήθηκε έξω με τους άλλους δύο, τους λέει τι έγινε και εξέφρασε το παράπονο, γιατί άραγε ο δάσκαλος έδειρε και τους τρεις, αφού η άλφα-βήτα, έχει τρία «η,ι,υ», άρα κάποιος από τους τρεις είχε δίκιο. Τρέχουν στον δάσκαλο, δεν είχε φύγει ακόμα και ο γερο-Παναγιώτης, και του είπαν αυτό που είχαν σκεφτεί. Τότε λέει ο δάσκαλος: ανοίχτε το βιβλίο, να δείτε πως γράφεται!!

Κοιτάζουν και βλέπουν πως γράφετε με ΟΙ (όμικρον γιώτα). Τότε ο γέρος λέει στο Τρύφωνα: καλά εσύ που το έγραψες με Ι (γιώτα) χάθηκε να βάλεις και το Ο (όμικρον);

***

«Το ΠΑΣΧΑ θα φορούσα παντελόνι…Αμ’ δε…!!!»

(του δάσκαλου Δημητρίου Π. Πανούση)

Μεγάλωσα πια. Φέτος το Πάσχα θα φορούσα παντελόνι. Όλο το μεγαλοβδόμαδο, η μάνα μου έραβε τα λαμπριάτικα για τα παιδιά της. Για μένα, έπειτα από παρακλήσεις μου, έραψε το παντελόνι που φυσικά θα φορούσα πρώτη φορά. Μέχρι τώρα φορούσα βρατσί. Μάνα, να μου βάλεις και τσέπη στο παντελόνι!! Έπειτα από σχετικές αντιρρήσεις της, μου έβαλε και τσέπες!! Πίστευα πως οι τσέπες σε κάνουν σπουδαίο και μάλιστα όταν έβαζες σε αυτές τα χέρια σου και κορδωτός-κορδωτός βάδιζες στους δρόμους.

Την παραμονή του Πάσχα τα ρούχα μας έτοιμα. Και ήσαν κρεμασμένα στα καρφιά της μισάντρας (σανιδένιο χώρισμα δωματίων). Εμείς τα παιδιά, σταθήκαμε σε στάση προσοχής μπροστά στα κρεμασμένα ρούχα μας. Και καμαρώναμε για τα καινούργια ρούχα μας.

Στο χωριό μας υπήρχε η συνήθεια-έθιμο, το Πάσχα να παίρνουμε μαζί μας στην εκκλησία, δύο αυγά για να τζουσκρίσουμε μετά το Χριστός Ανέστη. Πήρα και εγώ δύο αυγά, τα έβαλα στην τσέπη του παντελονιού και καμαρωτός-καμαρωτός, πήγα στην εκκλησία. Μετά την Θεία λειτουργία, βγήκαμε στην αυλή της εκκλησίας. Ήρθε η ώρα να τσουγκρίσουμε τα αυγά με φίλους. Βάζω το χέρι μου στην τσέπη και ωω!! συμφορά. Ένιωσα κάτι που τρόμαξα. Τα αυγά από τον συνωστισμό στην πόρτα σπάσανε. Ήταν μελάτα και όχι σφιχτά.

Ένα και δύο, πήγα στο σπίτι: «Μάνα το και το. Να μου πλύνεις το παντελόνι, της λέω κλαίγοντας». Και η μάνα μου, ορθά κοφτά μου απαντάει: «χρονιάρα μέρα δεν θα κάνω αυτή την δουλειά!!» Και έτσι και αυτό το Πάσχα, φόρεσα το βρατσί!!

***

«Ο Γέρο-Γρίβας»

Γέρο Γρίβα λέγανε τον Θοδωρή Παπαχρόνη, αδελφό του Πλιάκου, αυτός μίλαγε πολύ την αρχαία γλώσσα. Μια φορά είχε ξεβγάλει τα ζώα του, δύο γαϊδούρια και ένα μουλάρι. Όπως όλος ο κόσμος βέβαια, όταν πήγε να τα πάρει δεν τα έβρισκε και φοβούμενος μην έχουν πάει προς τα Λεβιδέϊκα χωράφια, πήγε προς τα εκεί. Στον δρόμο συνάντησε δύο αγροφύλακες και τους λέει: «ω φύλακες Λεβιδέοι, μήπως είδατε δύο ανάρια και έναν ημίονα μετά σάγματος;» Τον κοίταζαν αυτοί απορημένοι και αυτός συνέχισε: «εάν αυτά συλλάβετε δίναμε να σας ανταμείψω δια χάρτινων νομίσματος». Οι αγροφύλακες δεν κατάλαβαν τίποτα και έφυγαν.

Μια άλλη φορά είχε πάει στο χωράφι καβάλα σε μια γαϊδούρα. Όταν έφτασε κρέμασε στο δέντρο το ταγάρι με λίγο ψωμί και τυρί για το μεσημέρι και άφησε την γαϊδούρα αμολιτή και ο ίδιος έπιασε δουλειά.

Το μεσημέρι που πήγε να φάει, η γαϊδούρα έλειπε αλλά και το ψωμοτύρι δεν υπήρχε, το είχε φάει η γαϊδούρα. Τότε τις λέει: «ω όνα μου, σήμερα με άφησες νηστικό και θα λάβεις την τιμωρία σου». Το βράδυ που γύρισε στο σπίτι, έβαλε όλα τα ζώα στο κατόϊ και τους έριξε να φάνε. Στην γαϊδούρα όμως έδεσε το καπίστρι ψηλά, ώστε να μην μπορεί να φάει, για τιμωρία για αυτό που του έκανε στο χωράφι το μεσημέρι. Κατέβηκε όμως κάποια στιγμή στο κατόϊ η νύφη του, του Δήμου η γυναίκα. Είδε την γαϊδούρα να μην μπορεί να φάει και τις έλυσε το καπίστρι. Όταν ανέβηκε πάνω στο σπίτι, ρώτησε τον γέρο-Γρίβα, ποιος έδεσε το καπίστρι στην γαϊδούρα έτσι; και του είπε πως το έλυσε. Τότε ο γέρος τις λέει: «εγώ το έκανα για τιμωρία, αλλά τώρα που την έλυσες, θα λάβεις εσύ την τιμωρία της, για αυτό απόψε δεν θα φας»!!

***

«Το ξερούμπωμα του Κούκου»

Μικρός ο Θοδωρής ο Κουτσούγερας ή Κόνσολας -ήταν άνοιξη- ήταν σκαρισμένος με τα γιδοπρόβατα. Ήταν βγαίνοντας ο Μάρτης και μπαίνοντας ο Απρίλης. Ήταν πρωί και ο κούκος το έλεγε στο Αγγελόκαστρο. Τότε το είχαν σε κακό όταν πρωτοακούσεις τον κούκο να είσαι νηστικός, έστρεχε σε ζημιά στη στάνη και στο σπίτι. Το παιδί μικρός τότε 13 – 14 χρονών, είχε ακούσει από τους γεροντότερους που λέγαν “προσέχτε μη σας ρουμπώσει ο κούκος”.

Στενοχωρήθηκε ο Θοδωρής και έπρεπε να τον διαβάσει ο Παπάς να τον ξερουμπώσει διότι ο κούκος ερχόταν κάθε άνοιξη, ενώ ξεχειμώνιαζε σε μέρη που κατοικούσαν Αγαρηνοί και αλλόθρησκοι και αβάπτιστοι και τον θεωρούσαν γρουσούζη.

Τόση ήταν η στενοχώρια του παιδιού που τα μάτια του ήσαν βουρκωμένα και πήγαινε να σκάσει από το κακό του για το χουνέρι που έπαθε. Καλή του τύχη όμως τον λυπήθηκε ο Θεός και από του Γκιούση ξανάφανε ένας παπάς -ήταν ηγούμενος της Κερνίτσας- που πήγε να ιδεί τα χτήματα και τα αμπέλια του μοναστηριού που είχε στου Γκιούση. Καβάλα σε ένα ψαρή άλογο ο παπάς πλησίαζε στο μέρος που ο μικρός Θοδωρής είχε στήσει καρτέρι όταν τον είδε από μακριά. Ο μικρός Θοδωρής τον σταμάτησε γονυπετής και τον ικέτευε τον παπά να κατέβη και να του διαβάσει τον εξορκισμό.

-Παππούλη σώσε, διάβασε μου ένα τροπάρι να με ξερουμπώσεις γιατί πρωί-πρωί με ρούμπωσε ο κούκος και δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου και θα πάθω ζημιά στα πράματα.

– Μη κλαίς τέκνον μου, του λέει ο ηγούμενος, παλιόπουλο είναι, δεν σου κάνει κακό.

– Παπά μου, του λέει ο μικρός, προς Θεού αυτό το πουλί δεν καλυβογωνιάζει πουθενά, γεννάει σε ξένες φωλιές, είναι απρόκοφτο πουλί.

Εμπρός στην επιμονή του παιδιού ο παπάς κατέβη από το άλογο, φόρεσε το πετραχήλι του και είπε του παιδιού:“Για να σε ξερουμπώσω και ν’ αφορίξω το πουλί θα τάξεις ένα αρνί και ένα κατσίκι”.

Ο Θοδωρής δέχτηκε αρκεί να τον ξερούμπωνε. “Σκύψε”, του λέει ο παπάς και έβαλε το πετραχήλι του, στο κεφάλι του παιδιού κι άρχισε να λέει δυνατά:

“Ανάθεμα το πουλί

που ήρθε από την Ανατολή (το είπε τρεις φορές).

Και ρούμπωσε τον τσιοπάνη

και γρουσούζεψε την στάνη.

Θοδωρή για τάξε τώρα

του παπά τα δύο δώρα,

το αρνί και το κατσίκι

να μου δώσεις χαρτζιλίκι.”

***

πηγές:

• Βιβλίο “Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ (Αρκαδίας) Ιστορία-Λαογραφία”, έκδοση 1992, (ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Π. ΛΟΛΩΝΗΣ).

• Τοπική-λαογραφική Εφημερίδα “Τα Μαντάτα του Μπεζενίκου”.

• Βιβλίο “Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ” Λαογραφικές και Ιστορικές αναφορές, έκδοση 2005, (ΤΑΚΗΣ Π. ΡΟΥΝΗΣ).

Βιβλίο “Μια Ιστορία Ζωής”, έκδοση 2017 (ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Δ. ΚΟΥΤΣΟΥΓΕΡΑΣ).

*** Παρακαλούνται όσοι αναδημοσιεύουν (εντύπως ή ηλεκτρονικά) τα παραπάνω κείμενα, να αναφέρουν την πηγή τους.