Back to top

Αρχείο για Ιστορικά

Αναμνήσεις ενός δεκατριάχρονου από τη 19η Ιουλίου 1944!

Τρίτη, 19 Ιουλίου, 2022 στις 12:20πμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

του Μιχάλη Κουτσούγερα του Γεωργίου

(όπως τις αφηγήθηκε στην κόρη του, Φωτεινή)

«Αλτ! Πού πας εσύ;» άκουσα τη φωνή του αντάρτη να με ρωτάει.

«Πάω να ιδώ τη μάχη!» απάντησα με θάρρος.

«Να γυρίσεις πίσω αμέσως, που θες να ιδείς τη μάχη!» με φοβέρισε ο αντάρτης με αυστηρό βλέμμα.

Μόλις είχα κλείσει τα 13. Είχα ακούσει ότι θα γινόταν μεγάλη μάχη στο χωριό και είχα φύγει κρυφά από του Χαλιτσιά, όπου είχαμε καταφύγει με τη μάνα μου και την αδερφή μου, για να δω πώς γίνονται οι μάχες. Κατάφερα να φτάσω ανενόχλητος μέχρι τη Βαρσανίτσα, όπου έγινε η παραπάνω συνάντηση, αλλά από εκεί δυστυχώς έπρεπε να επιστρέψω άπραγος.

Φτάνοντας πίσω στου Χαλιτσιά τους βρήκα όλους πολύ ανήσυχους μιας και είχε ακουστεί ότι υπήρχε κίνδυνος να περάσουν Γερμανοί από το σημείο εκείνο. Η πληροφορία αποδείχτηκε εκ των υστέρων λανθασμένη, όμως μιας και εμείς εκείνη τη στιγμή δεν το γνωρίζαμε, αποφασίσαμε να φύγουμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Όλοι μαζί, αντάρτες και Βλαχερναίοι, συνεχίσαμε λοιπόν την ανάβαση, περνώντας από του Τσάφολη, του Λολώνη τις γούβες και την Αρπακωτή, μέχρι που φτάσαμε στην Καναβόλακκα. Είχαμε μαζί μας και τα δύο μας άλογα, τον Καρά και τον Κίτσιο. Το γουρούνι μας ήταν ευτυχώς εντελώς ανεξάρτητο, μιας και αναγνώριζε τον ήχο του συναγερμού και σαν τρελό έτρεχε προς το βουνό, ακολουθώντας τον κόσμο που ανέβαινε τρέχοντας για να σωθεί. Όλοι αναγνωρίζαμε αυτόν τον ήχο. Η Οργάνωση είχε στήσει παρατηρητήριο στο Κοφίνι, και συγκεκριμένα στο σημείο Τσιούμπα, ακριβώς απέναντι από το Λεβίδι. Από εκεί μπορούσαν να ελέγχουν πότε τα γερμανικά οχήματα αποχωρούσαν από το Λεβίδι και αμέσως ειδοποιούσαν να σημάνει συναγερμός στο χωριό.  

Η περιέργειά μου όμως ήταν μεγάλη και μου ήταν αδύνατον να μείνω άλλο στην Καναβόλακκα, τη στιγμή που είχε ήδη φτάσει στ’ αυτιά μας η είδηση ότι το χωριό καιγόταν. Αποφάσισα λοιπόν να ξαναφύγω κρυφά, και ακολουθώντας μια ομάδα συγχωριανών μου, έφτασα στο Νεραϊδοβούνι. Άκουγα στο δρόμο να λένε ότι έπρεπε να προχωράμε με προσοχή και όσο αθόρυβα μπορούσαμε, και αυτό έκανα κι εγώ. Και όταν φτάσαμε εκεί, είδα κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είδα το χωριό μου να καίγεται. Δεν ξέρω ποια ώρα της ημέρας ήτανε. Παρόλο που όταν εγώ έφτασα εκεί η φωτιά είχε κοπάσει αρκετά αφού είχε ήδη καταστρέψει τα πάντα στο πέρασμά της, θυμάμαι τους καπνούς που ακόμα έβγαιναν από τα σπίτια μας. Λίγη ώρα πριν, όπως άκουγα γύρω μου, οι καπνοί αυτοί ήταν πολύ πιο πυκνοί και ανέβαιναν σαν κύματα προς τον ουρανό σκεπάζοντας όλο το χωριό. Αυτή η εικόνα μου έχει εντυπωθεί στο μυαλό πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο. Θυμάμαι μάλιστα τα σύννεφα καπνού που έβγαιναν από το μύλο μας, στην άκρη του χωριού. Ήταν το τελευταίο κτήριο του χωριού που πήρε φωτιά. Ο μύλος μας βρισκόταν στην αρχή της Μακρεμαλλιάς και ανήκε στον πατέρα μου, Γιώργη Κουτσούγερα (που είχα χάσει όταν ήμουν μόλις τεσσάρων χρονών), καθώς και στους τρεις συνεταίρους του, Γιώργη Βάγια, Κώστα Κολλίντζα και Βασίλη Κουνέλη. Τη στιγμή εκείνη δεν μπορούσα φυσικά να καταλάβω τι σήμαινε να χάνεις τα πάντα μέσα σε λίγες ώρες, ούτε καν να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια μου ήταν αληθινό.

Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι τη μάνα μου να μου ζητάει να πάρω τα άλογα και να τα πάω στον κάμπο για να τα βοσκήσω, μιας και δεν υπήρχε τροφή πουθενά στο βουνό. Εκεί, όπως μου είπε, θα έβρισκα τον παππούλη μου, τον Καλημάνη. Αυτό συνέβη την επομένη του ολοκαυτώματος. Καβάλα λοιπόν στον Καρά και με τον Κίτσιο να μας ακολουθεί, άρχισα την κατάβαση προς το χωριό. Τον δρόμο της επιστροφής τον θυμόμουνα καλά και δεν ένιωθα κανένα απολύτως φόβο. Μετά από δύο περίπου ώρες, έφτασα στις παρυφές του χωριού, στη Δεξαμενή, και αντίκρυσα τα πρώτα σπίτια του. Ήταν όλα καμένα και με τις στέγες τους και τα παράθυρά τους να χάσκουν ορθάνοιχτα. Κατηφορίζοντας λίγο ακόμα δεν άργησα να βρεθώ και μπροστά στο δικό μου σπίτι. Ήταν αγνώριστο, καμένο σχεδόν ολοσχερώς. Η στέγη του είχε καταρρεύσει και είχαν απομείνει μόνο οι τέσσερις τοίχοι να στέκονται ακόμα όρθιοι. Κι όμως δεν σταμάτησα, απλώς κοντοστάθηκα λίγο πάνω στο άλογο. Χωρίς να σταματήσω πουθενά διέσχισα όλο το χωριό μέχρι το Χάνι, όπου επιτάχυνα λίγο, μιας και είχα το φόβο να μην πέσω πάνω σε Γερμανούς. Δεν συνάντησα ψυχή στο δρόμο μου. Είδα ένα ολόκληρο χωριό, που πριν από λίγες μέρες έσφυζε από ζωή, στις στάχτες. Από κάποια σπίτια έβγαιναν ακόμα καπνοί από τη βάση τους, όπου είχαν καταρρεύσει οι στέγες τους.

Στον κάμπο συνάντησα τον παππούλη μου. Ήταν μακριά από το κακό που γινόταν λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, εγκατεστημένος σε ένα φρατζάτο που είχε φτιάξει για να φυλάει τα περιβόλια του. Απ’ ό,τι θυμάμαι, έμεινα λίγες μέρες μαζί του, και κατάφερα μάλιστα να τον εντυπωσιάσω μια μέρα πιάνοντας μια πάπια ζωντανή, πηδώντας στο ποτάμι από ένα σημείο όπου δεν είχε βούτημο και κινδυνεύοντας να πνιγώ. Αυτό ήταν και το γεύμα μας εκείνο το βράδυ.

Όταν γύρισα στο χωριό βρήκα τη μάνα μου και την αδερφή μου εξουθενωμένες, μιας και είχαν αναγκαστεί να επιστρέψουν στο χωριό μετά από ατέλειωτες ώρες πεζοπορίας μέσω Καρδαρά. Αποφασίσαμε να εγκατασταθούμε προσωρινά στο καλύβι μας στη Γιαννιά, το οποίο έπρεπε να αρματώσω μόνος μου για να μπορέσουμε να μείνουμε εκεί. Δεν είχα βέβαια ιδέα πώς να το αρματώσω, αλλά αναγκάστηκα να μάθω πολύ γρήγορα. Ούτε μπορούσα να φανταστώ τις ανείπωτες κακουχίες που θα επακολουθούσαν, ούτε καν ότι θα μέναμε εκεί για σχεδόν εννιά χρόνια.

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι προτίμησα την απλή περιγραφή των γεγονότων μέσα από τα μάτια ενός δεκατριάχρονου παιδιού που έγινε μάρτυρας μιας απάνθρωπης πράξης, αποφεύγοντας να περιγράψω τα συναισθήματα που ένιωσα, τα οποία κυμαίνονταν από ένα οδυνηρό ξάφνιασμα μέχρι τη θλίψη. Κι όμως, αυτό που θυμάμαι είναι ότι το αίσθημα που κυριαρχούσε ανάμεσα μας δεν ήταν αυτό της απόγνωσης. Θυμάμαι την εικόνα ενός χωριού που ο κόσμος του δεν θέλησε να πτοηθεί από τη φρίκη που έζησε χάνοντας τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους, αλλά να επικεντρωθεί στο ότι δεν είχαν χάσει το πολυτιμότερο αγαθό από όλα – τη ζωή τους *. Ένα χωριό που έγινε, και ακόμα είναι, σύμβολο υπέρβασης.

* Χωρίς να ξεχνώ αυτούς που έχασαν τη ζωή τους εκείνες τις ημέρες (Γιώργη Κουτσούγερα του Παναγιώτη, Τάση Κουτσούγερα, Θοδωρή Κουτσούγερα και τους γέροντες Τρύφωνα Κατσούλη, Τάση Τζιώλα και Δημήτρη Λολώνη) καθώς και τις οικογένειές τους, αλλά και τις υπόλοιπες οικογένειες του χωριού μας που θρήνησαν το χαμό των αγαπημένων τους σε άλλες στιγμές του αγώνα.

ΖΗΤΩ Η 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821!

Παρασκευή, 25 Μαρτίου, 2022 στις 12:15πμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Με ένα σημαντικό ντοκουμέντο-φωτογραφία, από την 25η Μαρτίου 1946, εορτάζουμε στην σημερινή μέρα! Ο συνεργάτης φωτορεπόρτερ του vlaxerna.gr ΤΑΜ, ανακάλυψε την φωτογραφία αυτή, την οποία παρουσιάζουμε.

Η πίσω πλευρά της φωτογραφίας αναφέρει:

επί τω χωρισμώ μας Επάρθη στις 25 Μάρτη του 1946

εξ αριστερών προς τα δεξιά:

1) όρθιοι: Κ. Παπαγιάννης εκ Νεστάνης

Ελ. Μπακογιιάννη εκ Τριπόλεως

Ασήμω Γιαννοπούλου εκ Τριπόλεως

Βασιλική Βήλου εκ Λουκά

Ορέ Χαραλαμποπούλου Ζευγολατιού

Κων/νος Μάνος εκ Καλυβίων Μεγαλ/λης

2) γονανιστοί: Μεγρέμης Γ. εκ Βλαχέρνας

Κατίνα Ντίνου Αγιωργήτικα

Σπύρος Γαλανόπουλος εκ Τριπόλεως

Απαξάπαντες Φίλοι…

*** Η φωτογραφία βρέθηκε από τον ΤΑΜ, σε ένα παζάρι παλαιών φωτογραφιών στην Αθήνα! Οι δάσκαλοι που βλέπουμε αποφοίτησαν από την Ακαδημία Τρίπολης! Το vlaxerna.gr αναζητεί τους συγγενείς των δασκάλων και βέβαια όποιος γνωρίζει κάποιον ή κάποια, να επικοινωνήσει μαζί μας, για να του δώσουμε αντίγραφο.

ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ μιας άλλης εποχής (του αειμνήστου Λαογράφου Φίλιππα Κολλιόπουλου)

Κυριακή, 6 Μαρτίου, 2022 στις 11:46πμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Τις Απόκριες γινόταν το μεγαλύτερο ξεφάντωμα στο χωριό. Στην Μεσιανή βρύση ήταν και η πλατεία του παλιού χωριού βαράγανε δύο ορχήστρες με τα όργανα της εποχής: Νταούλι, πίπιζα και καραμούζα. Ο Θοδωρής ο Ντόκος πίπιζα και ο αδελφός του ο Φουσκοπέτσης νταούλι.

Η ψιλομαρίδα ήταν κουρνιασμένη πάνω στην καμάρα της βρύσης για την θέα. Δεν υπάρχει σήμερα πουθενά τέτοια βρύση με την μεγαλοπρέπεια που είχε αυτή η βρύση με τα σκαλιστά αγκωνάρια της, με την σκαλιστή φάτσα της, με τις ζαλώστρες της, με τις πλύστρες της, με τις δύο μεγάλες μαρμαρένιες κορίτους της και τα δυο ντουλάπια της. Ήταν μεγάλο λάθος το γκρέμισμά της.

Ο Ντοκοθοδωρής και ο αδερφός του ο Μήτσος ήσαν, σαν οργανοπαίχτες, μεγάλη φίρμα της εποχής. Την εκμετάλλευση της πλατείας την είχε το Λαϊκό καφενείο του Τρύφωνα του Σκασίλα. Τότε δούλευε το κατοστάρι με το κρασί, καμιά μαστίχα και λουκούμια.

Χόρευαν γέροι με τις λουλακάτες πουκαμίσες, ζωσμένοι τα σιλάχια στολισμένα με μυρσίνες καλαματιανές, με τις φουντωτές γιορτινές πίγκες1 τους, με τις σκάλτσες και τις μαύρες γονατάρες τους. Τα ωραία χαριτωμένα σταυρωτά τους και τα μπαρέζια τα κόκκινα και τα καφετιά. Σε έπαιρνε μια χαρά. Πολλοί γέροι φόραγαν και φουστανέλες και οι νέοι επίσης ατσαλάκωτοι με τις ίδιες στολές, ενώ λίγοι νέοι φορούσαν ευρωπαϊκά ρούχα.

Οι γριές με τα μακριά αλατζένια2 φουστάνια τους, με τους χαρμπαλάδες3 που ήταν γρανιτουρισμένοι με ταμπέλες, με τις ωραίες μπόλκες4 και τις όμορφες μπελερίνες5, τα ζαχαριά και τα κανελιά μαντήλια με τα κλαριά. Τα ζαχαριά τα λουλάκωναν με λουλάκι.

Οι νέοι με τις φουστανέλες και τα φέσια με τις γαλάζιες φούντες και τα κορίτσια ντυμένα αμαλίες με τα παπάζια6 τους, τα ασημοζούναρα στο λαιμό τους που ακτινοβολούσαν και τα φλωριά στο μέτωπό τους άστραφταν.

Χόρευαν τα νιάτα και τα γηρατειά αντάμα και τσούγκριζαν τα ποτήρια με το κοκκινέλι του Σκασίλα. Οι χαλκωματένιες και τρύπιες πενταροδεκάρες πέφτανε σαν βροχή στα όργανα και τόσο μερακλωνόταν ο γερο-Θοδωρής με την πίπιζα φούσκωνε τα μάγουλα και τα μάτια του πεταγόσανε σαν του βατράχου. Του κόλλαγαν και δεκάρες στο κούτελο με φτύμα κι έκανε πίσω το κεφάλι του να μην πέσουν. Ο δε Φουσκοπέτσης βημάτιζε δίπλα σε αυτόν που χόρευε βαρώντας το νταούλι ρυθμικά.

Ξάφνου βλέπω τον Γιώργη τον Ντόκο τον μοναχογιό και κανακάρη του γερο-Θοδωρή μάζευε τις δεκάρες και άλλες έριχνε στο πιάτο και άλλες κρυφά έριχνε στην τσέπη του και τα παπούτσια του. Αντιληφθείς ο Φουσκοπέτσης την “κλεψιά” του κοπάνησε δύο-τρεις με το νταουλόξυλο στο κούκουρο7 κι ευθύς πετάχτηκαν όλοι. Ο μικρός Γιώργης έφυγε κλαίγοντας από τους πόνους και στάθηκε στο Παλιοχώρι. Που να πλησιάσει πάλι στην ορχήστρα· έβλεπε τον Φουσκοπέτση και τον έκοβε κρύος ιδρώτας. Ο χορός και τα γλέντια τελείωναν το βράδυ και πήγαιναν ν’ αποκρέψουν.

Τα παιδαρέλια έπαιζαν τις αμάντζες και όποια παρέα κι αν κέρδιζε πήγαιναν όλοι μαζί στα σπίτια των χαμένων τρωγόπιναν και γλεντοκοπούσαν κι απ’ το τηγάνι έβγαιναν ζεστές τηγανίτες.

Στον πλάτανο του Βρέντα στο μαγαζί του Ζηντάρη βάραγε καραμούντζα ο Νικολάτσης ο Τσαρουχάς και ο Γιώργης ο Κατσούλης (ο Τζιωβίνης) νταούλι. Εκεί ήταν το Τσαρουχέϊκο συνάφι, Κατσουλέοι και διάφοροι τσοπάνηδες. Δούλευε το κατοστάρι με το κρασί και η οκά αλλά υπήρχε κέφι και καλαμπούρι.

Στις 1:00 με 2:00 η ώρα το απόγευμα σταματούσε ο χορός για λίγο. Τότε άρχιζαν να ξαναφαίνουν και να ξεφαντώνουν οι μασκαράδες από διάφορα σημεία κι άρχιζαν οχλαγωγίες, γέλια και λαχτάρες. Οι θαμώνες του καφενείου βγήκαν κι αυτοί έξω να ιδούν τι τρέχει , μήπως μάλωσαν στο χορό. Και είδαν κι αυτοί έκπληκτοι το σινάφι των μασκαράδων: ένας ήταν ντυμένος Παπάς και λιβάνιζε τον κόσμο με στάχτη που είχε σε έναν τορβά.

Άλλος ήταν ντυμένος Γιατρός, Νύφη, γαμπρός όπου επακολουθούσε η λιποθυμία της νύφης, εκεί είχε το μεγαλύτερο καλαμπούρι όταν επενέβαινε ο γιατρός με μια παλιοτσάντα γεμάτη γιδοκοπριές για χάπια. Ένας ήταν ντυμένος χωροφύλακας κρατώντας στο χέρι μια βίτσα να μην πλησιάζει ο κόσμος που ήταν πράγματι λαοπλημμύρα και μετά την αναγνώριση των μασκαράδων επακολουθούσαν στέψεις κι άλλα διάφορα κόλπα. Ξανάφανε άλλο σινάφι ο ένας ήταν ντυμένος αρκούδα κι ο άλλος αρκουδιάρης βαρούσε ντέφι έναν ταβά και χόρευε η Αρκούδα κάνοντας διάφορα νούμερα. Μερικοί πέφτανε κάτω να τους πατήσει η αρκούδα για να μην τους πονάει η μέση τους.

Αφού χόρεψαν όλοι μαζί διαλύθηκε ο χορός για τη βραδινή Αποκριά γιατί άρχισε να νυχτώνει.

Το βράδυ της Αποκριάς την εποχή εκείνη απόκρευαν μαζί, δύο-τρεις οικογένειες συγγενικές. Τα φαγητά ήσαν λογής-λογής: κοτόπουλο με χυλοπίτες, βεργάδι, στιφάδο, χοιρινό κι άλλα επιδόρπια. Τότε τραπέζια ήσαν οι Σοφράδες, χαμηλά και καθίσματα χαμηλά σκαμνιά, τα προσκέφαλα άλλα γεμάτα άχυρα ή πούσια και άλλα με κοζιά απόκρευαν στο παραγώνι, διότι σπανίως υπήρχε κρεβάτι τότε, ενώ στο τζάκι έδερνε η φωτιά .

Μετά το φαγητό ψένανε τυρί στα κάρβουνα για να καεί ο Λύκος.

Έβαζαν και αυγά στη σπούρνη με τη μύτη προς τα πάνω. Αυτού που ίδρωνε το αυγό αν ήταν νέος ή νέα πλησίαζε η παντρειά. Στο σοφρά έδιναν και έπαιρναν τα τσουγκρίσματα με το κοκκινέλι κι ευχώσαν Καλή Σαρακοστή και συχωράγανε τις ψυχές. Ξέχασα, στο κάθε αυγό μελέταγαν και το άτομο κι ήξερε ο καθένας το δικό του. Αν ίδρωνε των γερόντων το αυγό σήμαινε ευτυχία και πλούτη θα πέσουν στο σπίτι. Αν έσκαγε κάνα αυγό λέγανε το σκάσε ο διάβολος. Επακολουθούσε γλέντι τρικούβερτο ακόμα και χορός και σαν πλησίαζαν τα μεσάνυχτα το τελευταίο έδεσμα ήταν οι νεροχυλοπίτες στραγγιχτές τσιγουρισμένες με γουρναλοιφή και με γαρνιτούρα μυτζήθρας.

Με αυτά τελείωνε η Αποκριά.

ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Την Καθαρή Δευτέρα ήσαν τα κούλουμπα, το γλέντι γινόταν στις γειτονιές. Φτιάχνανε μπουγάτσα στη θράκα κι αυτά που είχαν ζυμώσει βγάζανε λαγάνες.  Όταν βγάζανε την μπουγάτσα αφού είχε ψηθεί την άφηναν να κρυώσει λίγο. Τα παιδιά όμως λιγούριαζαν και για να τα καρτερέσει η μάνα τους έλεγε: αφήστε να πάει η ψυχή της στο χωράφι και θα την κόψουμε. Σε λίγη ώρα πάλι τα παιδιά λιγούριαζαν και πάλι η μάνα τους έλεγε: αφήστε να πάει και στο αμπέλι (η ψυχή της), ώσπου η μπουγάτσα κρύωνε λίγο και την τεμάχιζαν με το χέρι κομμάτια στο τραπέζι και τρώγανε όλοι μαζί. Οι μεγαλύτεροι πίνανε κρασί ξεροσφύρι πρώτα αλατίζοντας κάνα κρεμμύδι ή τσιμπώντας καμιά ελιά.

Τα εδέσματα της Δευτέρας ήσαν κρεμμύδια που τα λέγανε και περιστέρια, τα στούμπαγαν στο γόνα ή στο τραπέζι και τα στύβανε να φύγει η καούρα. Και τ’ αλάτιζαν με ριγανάλατο. Αλλά εδέσματα ήσαν τα καρδάματα, οι ελιές κι ο χαλβάς.

Όλη την καθαρή βδομάδα ο κόσμος νήστευε δεν τρώγανε ούτε λάδι. Οι κοπέλες φτιάχνανε την αρμυροκουλούρα κι αφού την τρώγανε όλη την ημέρα δεν έπιναν νερό για να ιδούνε το βράδυ στον ύπνο τους ποιος νέος θα τους δώσει νερό, όπου θα ήταν κι ο μέλλων σύζυγος. Το ίδιο κάνανε και τα παιδιά.

11 Πίγκες:Ήταν τα παπούτσια των φουστανελάδων, τα τσαρούχια. Οι πίγκες ήσαν μαύρες και κόκκινες.

2Αλατζένια:Υφαντά στον αργαλειό ποικίλων χρωμάτων.

3 Χαρμπαλάς:Συγκεκριμένο στυλ ραψίματος για τα φουστάνια (Σαν πιέτα).

4 Μπόλκα:Υφαντή ζακέτα εποχής.

5 Μπελερίνα:Εσάρπα,σάλι.

6 Παπάζι:Το φέσι της στολής της Αμαλίας.

7 Κούκουρο:Κρανίο

Σαν σήμερα 4 Φλεβάρη 1843 πέθανε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης!

Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου, 2022 στις 8:07πμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής… εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ήταν γιος του κλεφτοκαπετάνιου Κωνσταντή Κολοκοτρώνη (1747-1780) από το Λιμποβίσι Αρκαδίας και της Γεωργίτσας (Ζαμπίας) Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. (Η μάνα του, είχε το όνομα της γιαγιάς της, η οποία (γιαγιά) τον Οκτώβρη του 1710 ξεκίνησε από το Καστέλι Χανίων με τον άντρα της, τον παπα-Νικόλα Κωτσάκη από την Κάνδανο, για το Τσιρίγο (Κύθηρα) και από εκεί για τη Μάνη και μετά από περιπέτειες ρίζωσαν στο Μαίναλο).

Πήρε το όνομα Θεόδωρος, προς τιμήν του Θεόδωρου Ορλόφ, καθώς γεννήθηκε την εποχή των Ορλοφικών. Νονός του ήταν ο Ιωάννης Παλαμήδης, από τη Στεμνίτσα, πατέρας του Ρήγα Παλαμήδη, λόγιου και αγωνιστή του 1821.

Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους. Μονάχα από το 1762 έως το 1806, 70 Κολοκοτρωναίοι εξοντώθηκαν από τους κατακτητές.

Το 1780, ήταν 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους Τούρκους, ένα γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Στα 17 του έγινε οπλαρχηγός του Λεονταρίου και στα 20 του νυμφεύτηκε την κόρη του τοπικού προεστού Αικατερίνη Καρούσου. Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη για να λάβει μέρος στον επικείμενο Αγώνα.

Στις 23 Μαρτίου του 1821 συμμετείχε στο υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στρατιωτικό σώμα που κατέλαβε την Καλαμάτα, σηματοδοτώντας την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως μετά έβαλε σκοπό να καταλάβει την Τριπολιτσά, το διοικητικό κέντρο των Οθωμανών στον Μωριά, γιατί αλλιώτικα δεν θα μπορούσε να επικρατήσει η επανάσταση, όπως πίστευε. Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.

Στη μάχη των Δερβενακίων (26 – 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων. Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων των ετών 1823 και 1824, όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα τον απελευθερώσει τον Μάιο του 1825, όταν ο Ιμπραήμ απειλούσε να καταστείλει την επανάσταση και θα του αναθέσει εκ νέου την αρχιστρατηγία του Αγώνα. Μετρ του κλεφτοπολέμου και της «καμμένης γης», θα κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την επανάσταση μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (7 Οκτωβρίου 1827).

Μετά την απελευθέρωση συντάχθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια κι έγινε ένα από τα επιφανή στελέχη του Ρωσικού Κόμματος. Κατά τη διάρκεια της Αντιβασιλείας διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάσθηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Μετά την ενηλικίωσή του, ο Όθωνας του χάρισε την ποινή, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και τον ονόμασε αντιστράτηγο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα με την ερωμένη του Μαργαρίτα Βελισσάρη (η σύζυγός του είχε πεθάνει το 1820), στο ιδιόκτητο σπίτι του, στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα. Την ίδια περίοδο υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836» και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Πάνο (1798-1824), τον Γενναίο (1806- 1868), τον Κολλίνο (1810-1848) και την Ελένη, ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη τον Παναγιωτάκη (1836-1893), τον οποίο αναγνώρισε με τη διαθήκη του.

Μπεζενίκος μία από τις τρεις επαρχίες της Αρκαδίας αμέσως μετά την Άλωση της Πόλης, όπως αναφέρεται στα σωζόμενα Οθωμανικά Κατάστιχα ΤΤ10-1 του έτους 1462!!

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου, 2022 στις 12:50μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Στην ιστοσελίδα Arcadians – Αρκάδες Εσμέν, διαβάσαμε το αρχείο «Οι Φράγκοι, οι Βενετοί και οι Οθωμανοί στην Αρκαδία (1204-1830)» του Γεωργίου Κ. Λιακόπουλου (Δρ Ιστορικός – Οθωμανολόγος Πανεπιστήμιο Αθηνών), στο οποίο μεταξύ άλλων αναγράφονται τα εξής:

Σελίδα 165:

Οι επαρχίες (nahiyyet)   της Πελο­ποννήσου αμέσως μετά την κατάκτηση (της Πόλης), σύμφωνα με το αποσπασματικά σωζόμε­νο (Οθωμανικό) κατάστιχο ΤΤ 10-1 / 1462, είναι οι εξής: Καλαβρύτων (Ka1avrίta, ΝΑ. Αχαΐα), Μυστρά (Mίzίsre, Λακωνία), Μουχλίου (ΜίhΙυ, κεντρική Αρκαδία), Μπεζενίκου (Bejenίk, σημερινή Βλαχέρνα, Αρκαδία), Βοστίτσας (Vostί9e, σημ. Αίγιο, ΒΑ. Αχαΐα), Χλεμοντσίου (Ηυ1υmί9, ΒΔ. Ηλεία), Γούμερου (Vumero, Κ. Ηλεία, Δ. Αχαΐα), Παλαιόκαστρου / Κουφοπλαίικου Κάστρου (Kίrvukor, παραφθορά του φραγκικού Crevecaeur στο όρος Μίνθη, Ν. Ηλεία, Δ. Αρκαδία), Αρκαδιάς (Arkadya, σημ. Κυ­παρισσία, Δ. Μεσσηνία), Λεονταρίου (Londar, ΝΔ. Αρκαδία, ΒΑ. Μεσσηνία), Κορίνθου (Κοrίsοs, Α. Κορινθία, Β. Αργολίδα), Παλαιών Πατρών (Bal)ιa Badra, ΒΔ. Αχαΐα), Χαλανδρίτσας (Κα1αη­drί4a, Κεντρική Αχαΐα), Σαντομερίου (Sandamίrί, ΝΔ. Αχαΐα), Γρεβενού (Gίrbene, σημ. Σπαρτιά, ΚΔ. Αχαΐα), Αγίου Ηλία (Ayo Ίlya, Ηλεία) και Κάστρου Γάτσικου ή Κάστρου της Οχιάς (Gαrdίcko, πλησίον Σκιαδά ΚΝ. Αχαΐα, ΒΔ. Ηλεία).

Απ’ αυτές, κυρίως αρκαδικές είναι οι επαρχίες Μουχλίου, Μπεζενίκου, και Λεονταρίου, ενώ στην Αρκαδία εμπίπτει το ανατολικό τμήμα της επαρχίας Παλαι­όκαστρου / Κουφοπλαίικου Κάστρου, και το νοτιοανατολικό τμήμα του Γάτσικου. Είναι γενικά μια φτωχή περιοχή καθώς το σύνολο της φοροπροσόδου των επαρχιών της είναι από τα χαμηλότερα της  Πελοποννήσου. Στην Αρκαδία — όπως και στην υπόλοιπη πρώιμη οθωμανική Πελοπόννησο — ένα μεσαίου ή μεγάλου μεγέθους ελληνικό κέντρο περιβαλλόταν από πολλά ολιγοπληθέστερα κατ οικο­νομικά ασθενέστερα αλβανικά χωριά. Στην επαρχία Μουχλίου καταγράφονται 279 οικογένειες (82 ελληνικές, 197 αλβανικές), στο Μπεζενίκο 437 (237 ελληνικές, 200 αλβανικές) και σε αυτήν τον Λεονταρίον 1271 οικογένειες (788 ελληνικές, 483 αλβανικές).

Σημαντικά κέντρα της περιοχής προ­βάλλουν ο Άγιος Γεώργιος Σκορτών (242 οικογένειες), το Λεοντάρι (204 οικογένειες), η Δημητσάνα (155 οικογένειες), ο Πικέρνης (78 οικογένειες), το Περθώρι (59 οικογένειες) και το Μπεζενίκο (50 οικογένειες). Μεγαλύτερη πληθυσμιακή πυκνότητα παρουσιάζει η δυτική Αρκαδία.

Παρακάτω παρουσιάζουμε φωτογραφίες από το

ΚΑΣΤΡΟ ΜΠΕΖΕΝΙΚΟΥ:

(Μεσαιωνικό σπίτι)

(Ντάπια)

(Τμήμα στην Β.Π. του κάστρου)

** Την επιμέλεια του άρθρου και των φωτογραφιών, έκανε ο συνεργάτης του vlaxerna.gr Γιώργος Ι. Καρούντζος (γραμματέας).

Η Μηχανή του Χρόνου: Μάχες του Άγνωστου Στρατιώτη στα Βουνά της Ηπείρου

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου, 2021 στις 6:27μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Στο παραπάνω βίντεο, μιλάει και ο Βλαχερναίος αείμνηστος Αριστείδης Ρούνης (02:00,….)

ΑΛΩΣΗ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ: 23 Σεπτεμβρίου 1821

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021 στις 8:59πμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του ’21, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά.

Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου.

Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα μεταξύ των οπλαρχηγών κι έτσι στα μέσα Απριλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και εφοδιασμού της πόλης. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης ορίσθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αλλά ιθύνων νους της ήταν ο Κολοκοτρώνης, το σχέδιο του οποίου τηρήθηκε κατά γράμμα.

Μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περισώζει την Τριπολιτσά σ’ ένα κύκλο που περιλάμβανε τις περιοχές Πάπαρι, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες προερχόμενος από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, καθώς τις επόμενες μέρες τέθηκε σε καταδίωξη του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά. Οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου), όχι μόνο αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά συνέβαλαν καταλυτικά στην Άλωση της Τριπολιτσάς.

Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 ψυχές, Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι.

Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων. Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30.

Απόντος του Μόρα-Βαλεσί, Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας.

Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.

Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο. Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν» γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.

Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη.

Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.

πηγή: sansimera.gr

“ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ” ΒΛΑΧΕΡΝΑΣ

Σάββατο, 12 Ιουνίου, 2021 στις 8:10μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

“Παψολύπη-Παυσολύπη”

Βρίσκεται πιο πάνω από της Αράπισσας το ρέμα προς τον Κουρτενίκο. Είναι αντικρυστά με το κάστρο. Κατά την παράδοση, ο Αγάς ήταν πολύ ληπημένος και για να του περάσει η λύπη επήγε και ήπιε νερό από την Παψολύπη. Επειδή το νερό ήταν πολύ κρύο, παταγούδι, και ο Αγάς εδροσίστηκε και αισθάνθηκε ανακούφιση από την δροσιά μέσα στην ζέστη του καλοκαιριού είπε: “Πάψε λύπη-παύσε λύπη”.  Κατά τον ιστορικό Β. Παναγιωτόπουλο στη θέση αυτή πρέπει να υπήρχε εκκλησία, στην οποία κατέφευγαν οι λυπημένοι χριστιανοί και ζητούσαν από τον Θεό να παύσει την λύπη τους.

“Κακο-Νικόλας”

Βρίσκεται κοντά στα όρια Βλαχέρνας-Παναγίτσας-Καμενίτσας και υπάρχει εκκλησία του Άγιο-Νικόλα. Βρίσκεται στο πέρασμα του δρόμου που οδηγεί από την Μαντινεία στην επαρχία Καλαβρύτων, από την Αρκαδία στην Αχαία. Όλοι οι κατακτητές πέρασαν από εκεί, ακόμη και οι Γερμανοί. Μα και οι ληστές πολλές φορές εκεί έστηναν το καρτέρι τους. Επειδή δε το μέρος προσφερόταν για παντός είδους συμπλοκές (μάχες, ληστείες, κλπ.) και επειδή εξ αυτού του λόγου έλαβαν χώρα δυσάρεστα γεγονότα και έμειναν δυσάρεστες αναμνήσεις η τοποθεσία αυτή ονομάστηκε “Κακονικόλας”.  Το σημείο αυτό θεωρείται ο “ομφαλός” της Πελοποννήσου.

“Πέτρα”

Μεγάλος βράχος μέσα στο κάμπο της Βλαχέρνας. Η τοποθεσία έλαβε την ονομασία από το βράχο αυτό. Πάνω σε αυτό το βράχο υπάρχουν Κυκλώπεια τείχη. Είναι στην βόρεια και νότια πλευρά.  Είναι κτίσματα των προϊστορικών χρόνων για την ασφάλεια του πληθυσμού της περιοχής. Στην κορυφή της Πέτρας υπάρχει βράχος, ο οποίος έχει το σχήμα κανονικού θρόνου. Ο θρόνος αυτός με τον υπερκείμενο βράχο προστατεύεται από τους βόριους ανέμους και δέχεται πλούσιο το μεσημβρινό ήλιο, γιατί βλέπει προς την μεσημβρία. Εν τούτοις, αν και η Πέτρα αναφέρεται σε ιστορικά κείμενα (Φωτάκου, περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821) κανένα γραπτό κείμενο δεν υπάρχει, που να μιλάει για αυτόν τον θρόνο. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η φύση είναι και αυτή τεχνίτρα και κατασκευάζει κι αυτή τα δικά της δημιουργήματα. Το θέρος του 1974 άγνωστοι επήγαν στην νύχτα στην Πέτρα και έσκαψαν προφανώς για την ανεύρεση θησαυρού ή άλλων αντικειμένων, για τα οποία ασφαλώς θα είχαν κάποια πληροφορία. Είναι άγνωστο αν βρήκαν κάτι. Το μέρος στο οποίο έσκαψαν βρίσκεται στο μέσο ύψος της Πέτρας, όπου το μέρος είναι επίπεδο και έχει χώμα. Εκεί βρέθηκαν πέτρες τοποθετημένες σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, οι οποίες σχηματίζουν τάφο. Κοντά στην θέση αυτή, η αρχαιολογική υπηρεσία ανέσκαψε μετά τους άγνωστους και βρήκε ανθρώπινα οστά, μέσα σε άλλο λίθινο τάφο.     

“Της Αράπισσας το ρέμα”

Το τοπωνύμιο αυτό αναφέρεται σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα, του οποίου την ιστορία η παράδοση διέσωσε μέχρι των ημερών μας. Όταν το χωριό ήταν στο Λιβάδι, ο τούρκος Αγάς είχε σαν ακόλουθο και σωματοφύλακα έναν αράπη τον ΑΛΗ. Με τούτον συνεδέθη με φιλία και κουμπαριά ο χωριανός (από το Μπεζενίκο) ΤΣΙΟΚΑΝΟΣ. Μια μέρα που πήγαν στο κυνήγι ο ΤΣΙΟΚΑΝΟΣ σκότωσε τον ΑΛΗ, άγνωστο για ποιούς λόγους, πιθανόν για ερωτικούς προς την γυναίκα του ΑΛΗ την ΑΡΑΠΙΣΣΑ. Τον έθαψε επιτόπου και η τοποθεσία λέγεται και σήμερα στου “ΑΛΗ το ΤΣΙΟΥΡΟΥΜΙ” (η τοποθεσία αυτή βρίσκεται στο βουνό “Κρεπετελός” μεταξύ Πλέσια και Παλιόχανου του Λεβιδίου). Η ΑΡΑΠΙΣΣΑ ανησυχούσε για την εξαφάνιση του ΑΛΗ και ρωτούσε επίμονα τον ΤΣΙΟΚΑΝΟ για την τύχη του. Ο ΤΣΙΟΚΑΝΟΣ παρέσυρε την ΑΡΑΠΙΣΣΑ στο ρέμα, που είναι στο πάνω μέρος του σημερινού χωριού, για να την οδηγήσει τάχα στον άντρα της και εκεί την σκότωσε. Χωριανοί περισυνέλεξαν το νήπιο της ΑΡΑΠΙΣΣΑΣ που το βρήκαν πεινασμένο να θηλάζει το νεκρό στήθος της μάνας του. 

“Του Σπαή ο Βράχος”

Ο βράχος αυτός που βρίσκεται πάνω από το χωριό, προς την Βαρσανίτσα, πήρε την ονομασία του από τον τούρκο Σπαή (φορατζή) που ανεβασμένος εκεί παρακολουθούσε τα αλώνια των χωριανών, για να εισπράξει την φορολογία.

“Νεραϊδοβούνι”

Ύψος 1.440μ. Είναι αντιρίδα του Μαινάλου κατάφυτη από έλατα και αποτελεί το δυτικό σκέλος της Βλαχερνιώτικης Λαγκάδας. Την κορυφή του, συνθέτουν βράχοι πελώριοι και απότομοι. Υπήρχε από τα παλιά χρόνια διάχυτος η δοξασία ότι το “Νεραϊδοβούνι” ήταν κατοικία Νεράϊδων και άλλων ξωτικών. Πολλοί ισχυρίζονταν ότι από την πλαγιά του, άκουαν φωνές, γέλια, τραγούδια νταούλια, φλογέρες και πίπιζες. Όλα αυτά τα απέδιδαν στα ξεφαντώματα των Νεράϊδων. Από αυτές πήρε το βουνό το όνομα “Νεραϊδοβούνι”. Η δοξασία αυτή έχει άμεση και στενή σχέση με τον μύθο, του κατ΄ εξοχήν αρκαδικού και ποιμενικού θεού του ΠΑΝΑ, του οποίου η μητέρα κατά μία εκδοχή ήταν η αρκαδική νύμφη Πηνελόπη. Ο ΠΑΝΑΣ ερωτιάρης, παιχνιδιάρης, τραγοπόδαρος με κέρατα και με σώμα τριχωτό, ξεφάντωνε στο Μαίναλο με νύμφες και νεράϊδες, ιδιαίτερα με τις νύμφες Ηχώ και Σύριγγα. Είναι ο εφευρέτης του ποιμενικού αυλού, της Σύριγγας, που είναι είδος φλογέρας. Του άρεσε να περιφέρεται στους απόκρημνους βράχους και σπηλιές και με ξαφνικές φωνές, κρότους και παράξενους ήχους φλογέρας να δημιουργεί πανικό στα ηρεμούντα κοπάδια του Μαινάλου και να αναστατώνει την ησυχάζουσα φύση. Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά φυσικά φαινόμενα, που στην αρχαιότητα τα απέδιδαν σε θεϊκή προέλευση, αφού και τα στοιχεία της φύσεως τα θεοποιούσαν. Στην περίπτωση του Νεραϊδοβουνίου δύο φυσικά φαινόμενα, της Σύριγγος και της Ηχούς (νυμφών ακόλουθων του Πάνα), λαμβάνουν χώρα. Ο συριγμός των ανέμων δημιουργείται από τη δασωμένη στενόμακρη Λαγκάδα η δε ηχώ από την ανάκλαση των ήχων στις κάθετες πλευρές των βράχων του βουνού.   

“Φραγκούς Πηγάδι”

Εκεί είναι ένα πηγάδι βαθύ 5-6 μέτρα, ήταν χωμένο και επί προεδρίας Δημοσθένη Ρούνη το ξέχωσαν. Μέσα δούλευε ο γερο-Ντούμας όπου στον πάτο βρήκε μια κατσαρόλα χαλκοματένια. Ήταν δε χτισμένο. Στο πηγάδι πότιζαν οι Παλιοχωρίτες τα ζώα τους και έπαιρναν κι οι ίδιοι νερό. Πήρε το όνομα από μια ελληνοπούλα ονόματι Φωτεινή. Είχε πάρει ένα φράγκο στρατιώτη για άντρα της αλλά ήταν πεντάμορφη αλλά γρήγορα έχασε τον άντρα της κι έμεινε χήρα. Τη βρήκαν οι Τούρκοι στο πηγάδι και πότιζε τα ζωντανά της. Τόσο πολύ τη ζήλεψαν οι Τούρκοι που της επιτέθηκαν. Αλλά η Φωτεινή αρνηθήσα εις τας κτηνώδεις ορέξεις των Τούρκων αμυνθήσα μέχρις εσχάτων. Αφού τους κορονύχιασε και τους ξέσχισε τα ρούχα τους με τα δόντια της έπεσε μέσα στο πηγάδι και πνίγηκε για να μη γίνει περίγελος στα χέρια των αγαρινών. Οι παλιοχωρίτες τη φώναζαν Φραγκού και πήρε το πηγάδι το όνομά της. (Το δε πηγάδι το ονειρεύθει η γρια-Παναγιώτα του Λιξή, όπου ήταν στραβή και από την ευλογία είδε).

“Μάνα”

Είναι πηγή, δυτικά του Μισονερίου, όπου και με αυτό υδρευόταν το χωριό μας και το Παλιοχώρι ακόμα.

“Κρεβάτια”

Η θέσης ονομάστηκε έτσι διότι επάνω σε μεγάλα έλατα είχαν κρεβάτια, με κλάρες, οι αγωνιστές του ’21 και άλλοι φυγάδες και κυνηγημένοι από τους Τούρκους. Για αυτό λέει και το δημοτικό τραγούδι «κρεβάτι έχω τα έλατα και σκέπασμα τα χιόνια». Τα κρεβάτια “έβγαζαν” καλές φακές και ζουλίτσα.

“Αγγελόκαστρον”

Συνδέεται στενά με την ιστορία. Εκεί ήσαν πολλές οικογένειες φευγάτες από την επιδρομή του Ιμπραήμ, κυρίως γυναικόπαιδα με πολλά ζωντανά. Υπάκουαν στις διαταγές μιας καπετάνισσας, της θρυλικής Αγγέλως, αγνώστων στοιχείων. Είχε στρατηγικό μυαλό. Όταν βλέπαν ότι ξανάφαιναν οι Τούρκοι άναβαν πολλές φωτιές να παίρνουν νόβα, χαμπάρι, οι κλέφτες που ήσαν στη Λάστα και στο Αγρίδι. Βάζαν κι άναβαν κεριά στα τσέπια των γιδιών για να ξεγελούν τους Τούρκους ότι είναι πολλοί, αλλά ήσαν και ταμπουρωμένες. Όμως κατόπιν προδοσίας κατέλαβαν το “Αγγελόκαστρο” οι Τούρκοι τις αιχμαλώτισαν με τα μικρά παιδιά μαζί και τις σκότωσαν στο κεραμίδι στα “τσαπαρέϊκα” και ετάφησαν εκεί όπου το λένε στα “μνήματα” μέχρι σήμερα.

***

πηγές:

• Βιβλίο “Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ (Αρκαδίας) Ιστορία-Λαογραφία”, έκδοση 1992 (ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Π. ΛΟΛΩΝΗΣ).

• Τοπική-λαογραφική Εφημερίδα “Τα Μαντάτα του Μπεζενίκου”.

Το δέντρο  του Αγιο-Νικόλα

Δευτέρα, 10 Μαΐου, 2021 στις 11:28πμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Με αφορμή την χθεσινή εορτή του Αγιο-Νικόλα, ο Γιώργος Καρούντζος, συν/χος γραμματέας Βλαχέρνας και συνεργάτης του vlaxerna.gr, μας έστειλε από το αρχείο του:

Το δέντρο του Αγιο-Νικόλα, λέγανε, πως είναι ακριβώς στο κέντρο του Μοριά. Ήταν ένα αιωνόβιο θεόρατο δένδρο, δρυς, δίπλα στην εκκλησία του Αγιο-Νικόλα, σε χωράφι – βοσκότοπο ιδιοκτησίας των Κουτσουγεραίων. Κανείς όμως από τους Κουτσουγεραίους δεν έλεγε «το δέντρο μας». Όλοι τους, όπως και όλοι στο χωριό έλεγαν «το δέντρο του Αγιο- Νικόλα». Και όταν τελικά έπεσε, το ξύλο του το πούλησαν και έδωσαν το αντίστοιχο ποσό για τον καλλωπισμό του Ναού.

Το εκκλησάκι αυτό παλιότερα ήταν γνωστό και ως Κακονικόλας, μάλλον από το μεγάλο κακό που έγινε εκεί, στις μάχες των Ελλήνων αρματολών με τους Τούρκους κατακτητές στην περιοχή αυτή μέχρι τον κάμπο και τον Παλιόπυργο του Ντάρα. Οι Έλληνες ύστερα από προδοσία πιάστηκαν αιχμάλωτοι και σφαγιάστηκαν στην περιοχή του Αγιο-Νικόλα. Τις επόμενες ημέρες του πολέμου, που ζύγωσε ο κόσμος να μαζέψει τους σκοτωμένους, βρήκαν έναν Έλληνα δεμένο από τους Τούρκους στον κορμό του Δέντρου, που του είχαν φάει όλες τις σάρκες τα μελιγγόνια (παμφάγα μυρμήγκια), που ήταν στην κουφάλα του Δέντρου και απόμενε δεμένος ο σκελετός του. Προφανώς τον είχαν δέσει ζωντανό. Πιθανόν τα γεγονότα αυτά να έχουν σχέση με τον πόλεμο που έγινε στον Παλιόπυργο του Ντάρα το 1715, όπου έλαβε μέρος ο Μπότσικας, προπάππους του Κολοκοτρώνη.  Μέχρι το τέλος της ζωής του, το Δέντρο είχε στον κορμό του τη μεγάλη κουφάλα, όπου φώλιαζαν αμέτρητα τα μελιγγόνια και ανεβοκατέβαιναν  σαν δαιμονισμένα σ΄  ολόκληρο το Δέντρο, σαν να ήθελαν να μας μεταφέρουν σε κείνα τα φοβερά γεγονότα που διαδραματίστηκαν δίπλα τους.  Σώζεται και ένα λαϊκό τραγούδι για τούτα τα πολεμικά γεγονότα:

 Στου Ντάρα τον παλιόπυργο και το γ-κακο-Νικόλα

 πόλεμος εγινότανε και τελειωμό δεν είχε!

Και μια Αλονιστιώτισσα, αρχοντοθυγατέρα

στα μνήματα βουρλίζεται στον πύργο καταριέται!

(Προφανώς είχε χάσει τον άντρα της σε τούτο τον πόλεμο)

Εδώ δίπλα έθαψαν και τους σκοτωμένους Κουτσουγεραίους, όταν στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, αθώοι, σκοτώθηκαν από Γερμανικές σφαίρες. Το αιωνόβιο τούτο Δέντρο, που είχε ενταχθεί στον κατάλογο με τα μνημεία της φύσης, έπεσε στις 22 Σεπτεμβρίου 2012. Ο κεντρικός κορμός του είχε όλος κουφαλιάσει. Κράταγε μόνο περιμετρικά κάτω από τη φλούδα, ένας γύρος πάχους 2- 5 εκατοστών. Αρχικά έσπασε μια από τις γιγαντιαίες κλάρες του. Έχασε έτσι την ισορροπία του και αργά – αργά άνοιξε  και σωριάστηκε στη γη, γύρω από τον κορμό, και έπιασε  ένα στρέμμα τόπο. Μετρήσαμε με τη μεζούρα και βρήκαμε την περίμετρο του κορμού 6,45 μ., τη διάμετρο των πρώτων κλαδιών 1.30 μ.

Το δέντρο αυτό, όπως αναγράφεται στην εφημερίδα «Τα μαντάτα του Μπεζενίκου», προϋπήρχε της εκκλησίας του Αγιο-Νικόλα, που χτίστηκε από την εποχή που πέρασαν τα οστά του Αγίου Νικολάου από τη Μεσοποταμία προς τη Ρώμη. Η πομπή των καθολικών σταμάτησε κάτω από το Δέντρο και στον ίσκιο του έγινε λειτουργία. Για το λόγο αυτό χτίστηκε εκεί το εκκλησάκι.

Όπως  όμως προκύπτει από την βιβλιογραφία, ο Αγ. Νικόλαος εκοιμήθη και ετάφη στα Μύρα της Λυκίας. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Μπάρι της Ιταλίας το έτος 1087 αλλά δια θαλάσσιας  οδού, (αναφέρεται  και η συγκεκριμένη πορεία). Η αποστολή αυτή σταμάτησε σε αρκετά παράλια του Μοριά, όπου και έχουν χτιστεί εκεί εκκλησίες στη μνήμη του Αγίου. (Μήπως λοιπόν η αποστολή που πέρασε από το σημείο αυτό ήταν προσκυνητές που συνάντησαν τα μεταφερόμενα οστά.)

Στα πρόσφατα χρόνια, ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι, κάτω από το δροσερό  ίσκιο του κλαριού στάλιζαν τα γιδοπρόβατα των Βλαχερναίων τσοπαναραίων της περιοχής. Ο Τσιτάγιας κρέμασε σ΄  ένα παρχάλι στον κορμό του δέντρου το ντουφέκι του, κι έκατσε δίπλα στον ίσκιο με τα τσοπανόπουλα. Ανοίξανε τα ταγάρια τους, φάγανε το ψωμί τους με το προσφάι τους και ξανακρεμάσανε τα ταγάρια τους στον κορμό δίπλα στο ντουφέκι και καθόσανε στον ίσκιο. Πάει ένα κακομαθημένο τραγί στο ταγάρι για το ψωμί, κι όπως το πασπάτευε, μπερδεύτηκε η λουρίδα του ντουφεκιού στα κέρατα του. Χουγιάξανε το τραγί οι τσοπάνηδες, και  ΄κείνο φεύγοντας παίρνει μαζί του και το δίκαννο που ήταν γεμάτο. Πρόγκηξε το τραγί, αναστάτωσε και το υπόλοιπο κοπάδι κι έγινε ο κακός χαμός. Το τραγί με το δίκαννο μπερδεμένο στα κέρατα του πήδαγε αφηνιασμένο ανάμεσα στα γίδια και τους τρομοκρατημένους τσοπάνηδες. Ο Τσιτάγιας είδε τον κίνδυνο από το γεμάτο δίκαννο που σερνόταν στο αγριεμένο ζώο κι άρχισε να φωνάζει στα τσοπανόπουλα: ΠΡΙΝΙΔΟΝ! ΠΡΙΝΙΔΟΝ! (να πέσουν κάτω).  ΜΠΑΜ, ΜΠΑΜ!!! Ακούνε τις ντουφεκιές… Σηκώνουν τα κεφάλια τους και βλέπουν ένα βετούλι να σπαρτσαράει…!!!