Back to top

Αρχείο για Ιστορικά

ΤΟΠΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ (του Διονυσίου Χρ. Κουτσούγερα)

Σάββατο, 6 Απριλίου, 2024 στις 5:25μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Λέξεις που χάθηκαν ή χάνονται…

Διαβάστε τι σημαίνουν!!

Υ

Υφάδι: το νήμα του αργαλειού

Υποβρύχιο: βανίλια σε νερό

Υφαίνω: πλέκω στον αργαλειό

Φ

Φαμελιά: οικογένεια

Φιλεύω: κερνάω

Φάγνα: σανός, τροφή για ζώα

Φούρλα: περιστροφή

Φασκελοκουκούλωτα: σκέπασε τα, άστα

Φάσκελο: μούντζα

Φτουράει: φτάνει

Φώτιμα: ξημέρωμα

Φαφούτης: αυτός που του λείπουν δόντια

Φαλιμέντο: χρεοκοπία

Φελάω: αξίζω

Φτενό: λεπτό, μικρό

Φούρκα: ξύλο με διχάλα

Φτούνα: αυτά

Φιρί-φιρί: πας γυρεύοντας

Χ

Χαμοκέλα: πρόχειρο χαμηλό σπιτάκι

Χαχανίζει: γελάει άσκοπα

Χουνέρι: πάθημα

Χουζούρι: ενώ ξύπνησε δεν σηκώνεται από το κρεβάτι

Χορήδι: ασβέστη

Χαΐρι: προκοπή

Χαμπάρι: χωρίς αντίληψη

Χαμπέρι: είδηση

Χάρβαλο: διαλυμένο, ετοιμόρροπο

Χαϋλώνω: χαζεύω

Χάμου: κάτω

Χουσιαμέτια: χατήρια

Χασομέρης: αργός

Χούι: συνήθεια

Χόλιασα: θύμωσα

Χλαπακιάζω: τρώω λαίμαργα

Χαράμι: άδικα

Χαραμοφάης: τεμπέλης

Χαϊμαλί: φυλακτό

Χαψιά: μπουκιά

Ψ

Ψιψίνα: γάτα

Ψαχουλεύει: ψάχνει

Ψειρού: φυλακή

Ψιλολοΐδια: μικροπράγματα

Ψυχοκέρι: κερί που φτιάχνουν τα Ψυχοσάββατα

Ψιχάλα: ψιλόβροχο

Ω

ωμά: μη γινωμένα

ωμός: βραδυκίνητος

ΤΟΠΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ (του Διονυσίου Χρ. Κουτσούγερα)

Σάββατο, 30 Μαρτίου, 2024 στις 4:13μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Λέξεις που χάθηκαν ή χάνονται…

Διαβάστε τι σημαίνουν!!

Σ

Σαλάχατα: σπρώχτα

Σαρίδια: μικρά σκουπίδια

Σαρώνω: σκουπίζω

Σκιάζετε: φοβάται

Σκοτούρα: ζαλάδα

Συμπράγκαλα: διάφορα εργαλεία

Σάϊσμα: χαλί από τραγόμαλλο

Σκουντάω: ακουμπάω σπρώχνοντας

Σκουζμάρια: φωνές

Σκούζω: φωνάζω

Σούσουρο: κάτι ακούγετε

Σούρουπο: το ηλιοβασίλεμα

Στάκα: στάσου

Σκουτιά: ρούχα

Σουλουπώνω: συμμαζεύω

Στερνά: ύστερα

Στράφι: πήγε χαμένο

Σπιθούρι: σπυράκι

Σμπαράλια: πολλά σπασμένα κομμάτια

Σιμπάω: ρίχνω ξύλα στην φωτιά

Σκαμπίλα: σφαλιάρα

Σκαπέτησα: έφυγα μακριά 

Σούδα: στενό δρομάκι

Σιακάτου: προς τα κάτω

Σιαπάνου: προς τα πάνω

Σιάτρα πάτρα: όπως να ΄ναι

Σκάρτο: άχρηστο

Συριανάει: περπατά από εδώ και από εκεί

Σπολλάτι: ευχαριστώ ή πάλι καλά (ειρωνικά)

Σειριά: σόϊ ή γενιά

Σεκλέτι: στεναχώρια

Σέκος: νεκρός ή ξερός από κούραση

Σέμπρος: συνέταιρος σε γεωργικές εργασίες

Στρακαστρούκα: αυτοσχέδια κροτίδα

Σώνω: τελειώνω  κάτι

Στανιάρω: επανέρχομαι στην αρχική θέση

Συχαρίκια: ευχάριστα μηνύματα

Τ

Ταχιά: αύριο

Ταγάρι: υφαντή τσάντα

Τράμπα: ανταλλαγή

Τουρτουρίζω: τρέμω από το κρύο

Τσιγκλάω: προτρέπω

Τίγκα: γεμάτο μέχρι πάνω

Τουρλοκολιάστηκε: έπεσε ανάποδα

Ταράκουλο: ταραχή

Τέντζερης: κατσαρόλα

Τελπεχανάς: τεμπέλης

Τυράω: κοιτάω

Τέσα: κατσαρόλα μεταφοράς φαγητού

Τσουράπια: κάλτσες

Τζερεμέτισα: σε ξόδεψα

Τρανός: μεγάλος

Τράτο: περιθώριο

Τρίμματα: ψίχουλα

Τζουλούφι: τούφα από τα μαλλιά της κεφαλής

Τέμπλα: μακρύ ξύλο για ράβδισμα

Τριχιά: μακρύ σχοινί

Τσουρουφλίστηκε: κάηκε λίγο

Τορός: συνεχόμενες πατημασιές

Τυλόθηκα: χόρτασα

Ταμάμ: ίσα-ίσα

Τσιτσίδι: γυμνός

Τσιούρμο: πολλά άτομα μαζί

Τραγιάσκα: καπέλο

Τσούκλωσε: κυνήγησε

Τσεροπούλια: μικρά άγρια πουλιά

Τσιέντα: σπρώξε ή βοήθησε

Τροκάνια: κουδούνια αιγοπροβάτων

Τσαλαφός: χαζός

Τσιακουμάκι: αναπτήρας

Τσέγκουρα: άγουρα μικρά σταφύλια

Τσέπι: κέρατο

Τσίφτης: εξηγημένος

Τσότρα: πήλινο παγούρι

Τσούπα: θυγατέρα, κόρη

(συνεχίζεται…το άλλο Σαββατοκύριακο!)

Επέτειος της 25ης Μαρτίου: Παιδικές σχολικές αναμνήσεις!

Κυριακή, 24 Μαρτίου, 2024 στις 9:33μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Οι μαθητές του δημοτικού σχολείου Βλαχέρνας έλεγαν ποιήματα και παρουσίαζαν θεατρικές παραστάσεις, την ημέρα της 25ης Μαρτίου! Τα δράματα όπως λέγονταν λάμβαναν χώρα κάθε έτος με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου! Οι παρακάτω φωτογραφίες είναι από το σχολικά έτη της δεκαετίας του 1970!

Στην ανωτέρω φωτογραφία διακρίνονται: πάνω σειρά: Παναγιώτης Κ. Καβουρίνος, Αθανάσιος Ι. Καβουρίνος, Τάσος Ανδρ. Τζιώλας, Παναγιώτης Ι. Κολλίντζας, Χαράλαμπος Δ. Παπουτσής, κάτω σειρά: Ασπασία Δ. Μεγρέμη, Ιωάννης Γ. Καρέλλας, Γιώργος Θ. Παπαχρόνης, Κώστας Π. Καβουρίνος και Δημάκος Γ. Τσαρουχάς (στην κουρτίνα).

foto: arxeio Takis Avin

ΤΟΠΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ (του Διονυσίου Χρ. Κουτσούγερα)

Σάββατο, 16 Μαρτίου, 2024 στις 7:30μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Λέξεις που χάθηκαν ή χάνονται…

Διαβάστε τι σημαίνουν!!

Π

Πατσιαβούρα: πανί για σκούπισμα

Πανογόμι: πάνω στο σαμάρι ανάμεσα σε φόρτωμα

Παντοχή: ελπίδα

Πλύμα: νερό ή τυρόγαλο με πίτουρα για τροφή χοίρων

Πλάνεμα: έδωσα κάτι λίγο

Πούσια: τα φλούδια από το αραποσίτι

Πήγγοσε: έκλεισε ο λαιμός του από το κλάμα

Πρόγκιξε: ξαφνιάστηκε

Πούντιασε: κρύωσε πολύ

Πουλαλάει: τρέχει

Πέτσοσα: Έφαγα καλά, χόρτασα

Πετροβολάει: πετάει πέτρες

Περικοπά: από σύντομο δρόμο

Πρητσούλι: μεγάλη κοιλιά

Παχνίζω: ταΐζω τα ζ’ώα

Πραμάτεια: εμπόρευμα

Παλούκι: πάσσαλος

Παπορήσιο: κάτι που πωλείται σε υπερβολική τιμή

Πατικώνω: συμπιέζω

Παγαίνω: πηγαίνω

Πελεκούδα: φλούδα από τα κούτσουρα

Πηστάγκονα: δεμένο το ζώο πολύ καλά

Πατουλιά: μεγάλος θάμνος

Πουλακίδα: μικρό κοτόπουλο

Πολιόρα: πριν από λίγο

Παράδες: χρήματα

Παρασάγκας: παραλίγο, ξυστά

Παλάντζα: είδος ζυγαριάς

Πλάστιγγα: ζυγαριά για μεγάλα βάρη

Πουρνό: πολύ πρωί

Πλεύρα: πλαγιά

Πούντα: κρυολόγημα

Προσμπούκι: μπουκιές πριν το κυρίως φαγητό

Πασχίζω: προσπαθώ

Προπέτης: αυτός που παίρνει το λόγο πριν τους άλλους

Πλάγιασε: κοιμήθηκε

Πάτσι: ισοπαλία

Πινιάτα: λεκάνη μεγάλη

Παγούρι: μικρό δοχείο νερού

Παπάρα: κομμάτια ψωμιού μέσα σε γάλα ή νερό

Παρλιακός: ανισόρροπος

Παρακά: πιο κάτω

Πουλάρι: νεογέννητο άλογο ή γαϊδούρι

Πατιρντί: τρικούβερτο γλέντι

Περαντζάδα: βόλτα τριγύρω

Ρ

Ρετζελάει: τρέχει λίγο, στάζει

Ρούμποσα: πρόλαβα

Ρουμάνη: πυκνά δέντρα απροσπέλαστα

Ρούτζοσε: θύμωσε

Ροβολάει: κατηφορίζει

Ρούγα: γειτονιά

Ροκόνω: κλείνω τρύπες

Ρέγουλα: με μέτρο

Ρέντι: ράντισμα

Ροκανάω: μασάω

(συνεχίζεται…το άλλο Σαββατοκύριακο!)

ΤΟΠΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ (του Διονυσίου Χρ. Κουτσούγερα)

Σάββατο, 9 Μαρτίου, 2024 στις 6:30μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Λέξεις που χάθηκαν ή χάνονται…

Διαβάστε τι σημαίνουν!!

Μ

Μάσια: τριγωνικό εργαλείο για τζάκι

Μαρνέρης: τεχνίτης καλλιτέχνης

Μπούρλιασε: πέρασε την κλωστή στη βελόνα

Μπουχός: σκόνη από χώμα

Μολόγα: πέστα, λέγε τα νέα

Μπάνησε: κοίταξε

Μπάκα: κοιλιά

Μονιάζω: συμφιλιώνω

Μπανταβός: αυτός που κάνει κουταμάρες

Μπουλουγούρι: τριμμένο σιτάρι

Μπούστος: μάλλινο πουλόβερ

Μπεγλέρι: κομπολόι

Μπάρμπας: θείος

Μουνούχισμα: στήρωση

Μανόλο: μεγάλο μπουκάλι

Μπρίσκαλα: άγουρα σύκα

Μπαρούφες: ψεύτικες υποσχέσεις

Μπούζι: πολύ κρύο νερό

Μουρχούτα: πήλινο πιάτο

Μερτικό: μερίδιο

Μποναμάς: φιλοδώρημα

Μπερντάχι: ξυλοδαρμός

Μπατάκα: πατάτα

Μουσαφίρης: επισκέπτης

Μέλα: νύστα

Μαρτίνια: Αρνιά που έχουν στα σπίτα

Μαντρί: πρόχειρος χώρος για την στέγαση κοπαδιών

Μουργέλα: τεμπελιά

Μαλαγάνας: καταφερτζής

Μαντάτο: είδηση

Μπομπότα: ψωμί από αλεύρι καλαμποκιού

Μελιγκόνια: μερμήγκια

Μερεμέτια: ψιλοδουλειές

Μεροδούλι: μεροκάματο

Μεσάντρα: εσωτερικό χώρισμα του σπιτιού

Μωρώνω: σταματάω να κλαίω

Μπρούκλης: ξενιτεμένος κουβαρντάς

Μπαξές: κήπος

Ν

Ντορόβλαγγος: αδιάφορος

Νταρντάνα: μεγαλόσωμη γυναίκα

Ντερέκι: ψηλός και αδύνατος

Νταβάς: μικρό ταψί

Ντράβαλα: φασαρίες

Ντορβάς: σάκος που κρεμιέται στο ζώο για να τρώει καρπό

Ντουβάρι: ο τοίχος ή ο αγράμματος

Ντερλίκοσα: έφαγα πολύ

Ντώνω: χαλαρώνω

Ντουγρού: κατευθείαν

Ντάλε-κουάλε: ίδιος και απαράλαχτος

Ντραμιτζάνα: γυάλινη μπουκάλα με ψάθινο περίβλημα

Νιογάμπρια: νιόπαντρο ζευγάρι

Νογάω: καταλαβαίνω

Νίλα: καψόνι

Ντούρος: γερός, υγιείς

Νταυλαράς: τεμπέλης

Ντόμπρος: καθαρός στα λόγια

Νταής: παλικαράς που όλο μαλώνει

Ντουζένια: μεγάλα κέφια

Ντανταρούτσια: διάφορα δώρα

Ξ

Ξάι: τα δικαιώματα σε είδος του μυλωνά

Ξενιάζω: ησυχάζω

Ξεγέρεψε: ανάρρωσε 

Ξαπόστασα: ξεκουράστηκα

  Ξεζαλώνω: ξεφορτώνω

Ξεσυνέρια: ο ανταγωνισμός

Ξελιγώθηκα: πείνασα πολύ

Ο

Ορμήνια: συμβουλή

Ούλοι: όλοι

Ουλούθε: παντού

Ογλήγορα: γρήγορα

(συνεχίζεται…το άλλο Σαββατοκύριακο!)

ΤΟΠΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ (του Διονυσίου Χρ. Κουτσούγερα)

Κυριακή, 3 Μαρτίου, 2024 στις 10:06πμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Λέξεις που χάθηκαν ή χάνονται…

Διαβάστε τι σημαίνουν!!

H

Ήρα: ζιζάνιο των δημητριακών

Ήσκα: μύκητας που είναι εύφλεκτος

Θ

Θυγατέρα: κόρη

Θεομαχιέται: φωνάζει να βρει το δίκιο του

Θελήματα: μικρές δουλειές

Θρύψαλα: μικρά κομμάτια

Θρέφω: Ταΐζω

Θέρμη: ρίγος, πυρετός

Θράκα: τα κάρβουνα μόλις σβήσει η φλόγα

Ι

Ινάτι: πείσμα

Ίσια: ευθεία

Κ

Κατόϊ: σταύλος στο ισόγειο του σπιτιού

Κακάροσε: πέθανε

Κατσιμπούλα: πεταλούδα

Καρτεράω: περιμένω

Κάθικο: πιάτο χάλκινο

Καρκάνιασα: πάγωσαν τα χέρια μου από τον πάγο

Κατάλακα: σε κοινή θέα

Κατσουφάρα: ομίχλη

Κατσουλάω: Μπουσουλάω

Κάργα: σφιχτά, γερά δεμένο

Κεσάτια: αναδουλειές

Καζάντησε: πρόκοψε

Κάλιασε: ταίριαξε

Κολίνες: καρποί αμυγδάλων, καρυδιών.

Κουτουλάω: χτυπώ με το κεφάλι ή νυστάζω

Κλάροσα: έμεινα νηστικός όλη μέρα

Καλιγώνω: πεταλώνω

Κουντίνα: τρομάρα

Κουτουράω: τολμάω

Κρούξω: Πειράξω

Καρκασέλι: γυμνός

Καψόνιασα: Δίψασα πολύ

Κιτάπια: γραπτά ντοκουμέντα

Κακάβι: καζάνι μεγάλο

Καφουρίζει: αρχίζει και χιονίζει

Καρμίρης: τσιγκούνης

Κολοκλόθει: δεν απομακρύνεται

Κορκοσάλι: χαλάζι

Κουτσιούβελα: πολλά μικρά παιδιά

Καράφα: Κανάτα

Κουτσικιέλες: ψευτιές και τρέλες νεανικές

Καρίτζαφλος: λάρυγγας

Κατσούλα: γάτα

Κιλίμι: χαλί

Κλωνά: κλωστή

Κοκολόγημα: επίπονο μάζεμα λίγων μικρών καρπών

Κόμπια: οι αρθρώσεις του σώματος

Κόνξες: κόλπα

Κορακοζώητος: ζει πολλά χρόνια

Κορίτα: ποτίστρα ή ταΐστρα ζώων 

Κουρμπέτι: σεργιάνι, ταξίδι

Κουσούρι: ελλάτωμα

Κοψοχρονιά: μισοτιμής

Λ

Λαφτακάει: παίζει μέσα σε νερό

Λούρα: βέργα

Λούμπα: λακκούβα με νερό

Λουμώνω: κρύβομαι, σκύβω

Λακάω: φεύγω τρέχοντας

Λάτα: ντενεκές

Λεβέτι: μεγάλο καζάνι

Λακριντί: κουβέντα με τις ώρες

Λαμπρή: το Πάσχα

Λατζίτες: τηγανίτες

Λάου-λάου: σιγά-σιγά

Λιάρος: ασπρόμαυρος

Λάβρα: μεγάλη ζέστη

Λίμπα: δοχείο αποθήκευσης λαδιού

Λινάτσα: τσουβάλι

Λελούδι: λουλούδι

Λόρδα: πείνα

Λούτσα: μούσκεμα

Λέτσος: ατημέλητος

(συνεχίζεται…το άλλο Σαββατοκύριακο!)

ΤΟΠΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ (του Διονυσίου Χρ. Κουτσούγερα)

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου, 2024 στις 5:30μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Λέξεις που χάθηκαν ή χάνονται…

Διαβάστε τι σημαίνουν!!

Α

Απόδαυλο: Μισοκαμένο ξύλο

Αλάργα: Μακριά

Απόστασα: Κουράστηκα

Αντάρα: Φασαρία

Αποσπερού: Απόψε το βράδυ

Αποτσούγκρωσε: Άρχισε να κάνει κρύο

Αγκούσεψα: Λαχάνιασα, έσκασα από τη ζέστη.

Άρατος: Έφυγε γρήγορα, εξαφανίστηκε.

Αναχλά: Χωρίς βάθος

Αλωνάρης: Ιούλιος

Αναμπουμπούλα: Αναταραχή, Φασαρία

Αναπιάνω: ανακατεύω το προζύμι με νερό και αλεύρι

Β

Βούκινο: έγινε κάτι γνωστό

Βερβέρισα: Υπέφερα από πόνο ή κρύο

Βολοδέρνει: Κουράζεται χωρίς να κάνει κάτι.

Βλοημένο: Ευλογημένο.

Βρουστιά: Πέρασα από κάπου για λίγο.

Βραστογαλιά: Βραστό γάλα

Γ

Γάνιαξε: Δίψασε πολύ.

Ένα γιούτο: Μια βοήθεια όλοι μαζί.

Γιάκο: Μωρέ τι μου λες.

Γκλάβα: Επιμονή σε κάτι.

Γλάρα: Υγρασία μετά την βροχή ή και η νύστα.

Γιάτρατο: Για κοίτα το.

Γιούκος: Ρούχα τρακαδιασμένα.

Γλήγορα: Γρήγορα.

Γκεζεράω: Περιφέρομαι άσκοπα.

Δ

Δοπά: Εδώ δίπλα

Δεκή: Πιο πέρα

Δρόλαπας: Νερόχιονο.

Διάτανος: Διάβολος

Διακονιάρης: Ζητιάνος

Ε

Έριζα: Πολύ κοντά.

Έσκουξα: Φώναξα

Έντηγια: Νάτη

Ευτούνος: Αυτός

Ευτού: Εκεί

Ζ

Ζάρτιασε: Στρίμωξε

Ζόμπολα: Μικρές πέτρες

Ζα: Ζώα

Ζουπάω: Πιέζω

Ζυγώνω: Πλησιάζω

Ζαλώνω: Φορτώνω

Ζουρλός: Τρελός

Ζγράβα: Ρωγμή

Ζαρμπή: Πείσμα

(συνεχίζεται…το άλλο Σαββατοκύριακο!)

Καλικάντζαροι: Ποιοι είναι και τι θέλουν!

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου, 2024 στις 6:43μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.
Οι Καλικάντζαροι είναι δαιμονικά πλάσματα της λαϊκής φαντασίας, που κυκλοφορούν τις νύχτες του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων (25 Δεκεμβρίου – 6 Ιανουαρίου) πάνω στη Γη και ενοχλούν ή βλάπτουν τους ανθρώπους. Η λαϊκή φαντασία τους θέλει δύσμορφους και σιχαμερούς, με μακριά αχτένιστα μαλλιά και σουβλερά νύχια, τερατόμορφους, με το ένα χέρι μικρό και το άλλο τεράστιο ή με ένα πόδι ζώου.

Οι καλικάντζαροι, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, ήταν άνθρωποι, «που από την κακή τους μοίρα γίνανε καλλικάντζαροι», ή «γιατί έτυχε να γεννηθούν το Δωδεκαήμερο» (γι’ αυτό οι γυναίκες δεν πρέπει να συλλαμβάνουν ή να γεννούν κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου), ή «γιατί ο παπάς δεν διάβασε σωστά τα γράμματα της βάφτισής τους» (Σίφνος), ή «γιατί πέθαναν τα Χριστούγεννα» ή «γιατί σκοτώθηκαν μοναχοί τους», ή γιατί «ο φύλακας άγγελός τους είναι ελαφρός» και επομένως αδυνατεί να τους προστατεύσει από τα κακά δαιμόνια.

Οι καλικάντζαροι κάθονται όλο το χρόνο στα έγκατα της Γης (στον «Κάτω Κόσμο» και τον «Άδη») και με τσεκούρια προσπαθούν να κόψουν το δέντρο που την κρατάει ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή με τα δόντια τους κατατρώγουν τους στύλους που κρατάνε τη Γη. Και όταν η Γη κοντεύει να πέσει, ανεβαίνουν στον πάνω κόσμο την παραμονή των Χριστουγέννων για να μην τους πλακώσει και αρχίζουν να κάνουν τον βίο των ανθρώπων αβίωτο. Όμως ο Χριστός, που εν τω μεταξύ έχει γεννηθεί, ξαναφτιάχνει το δέντρο και όταν οι καλικάντζαροι διωγμένοι από τον αγιασμό των υδάτων επιστρέφουν στα έγκατα της Γης αρχίζουν και πάλι από την αρχή.

Κατά τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου οι καλικάντζαροι παραμονεύουν να βρουν πόρτα ανοιχτή, ή καμιά τρύπα ή καμινάδα σβηστή, για να χωθούν στα σπίτια. Τότε ανακατεύουν τα πράγματα, μαγαρίζουν τις τροφές και χορεύουν έξαλλα, καθότι δεινοί χορευτές. Παρότι η τροφή τους αποτελείται από σαύρες, φίδια, βατράχους, σκουλήκια και ποντικούς, δεν λένε όχι στα σπιτικά εδέσματα, όπως στα λουκάνικα και τις τηγανίτες.

Οι νοικοκυρές για να προστατευτούν κλείνουν νωρίς το σπίτι, δεν σβήνουν το τζάκι, ρίχνουν στις στέγες λουκάνικα, θυμιατίζουν, χαράζουν σταυρούς στις πόρτες και στα αγγεία, όπου φυλάσσονται τρόφιμα, λάδι και κρασί και προκαλούν δυσάρεστες οσμές, τις οποίες απεχθάνονται οι καλικάντζαροι, όπως καίγοντας παλιοτσάρουχα ή αλείφοντας τις εξώπορτες με χαμολιό.

Οι καλικάντζαροι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνοι στην ύπαιθρο, όπου συλλαμβάνουν διαβάτες και χορεύουν μαζί τους μέχρι τελικής πτώσεως. Παραμονεύουν προπαντός στις ρεματιές κοντά στους δρόμους που οδηγούν σε μύλους. Για να μπουν στους μύλους κάνουν διάφορα τεχνάσματα. Κόβουν π.χ. το νερό του αυλακιού. Ο μυλωνάς όμως, που ξέρει, προτιμά να καθυστερήσει και περιμένει ως που να λαλήσει ο τρίτος πετεινός, γιατί τότε οι καλικάντζαροι αναγκάζονται να κρυφτούν. Αν πέσει στα χέρια τους άνθρωπος μπορεί να τους ξεγελάσει λέγοντάς τους ιστορίες και παραμύθια γιατί οι καλικάντζαροι είναι από αφελείς έως πολύ κουτοί.

Οι καλικάντζαροι φεύγουν για τον Κάτω Κόσμο την παραμονή των Φώτων, με τον πρώτο αγιασμό των υδάτων (Πρωτάγιαση). Κατά την αναχώρησή τους τραγουδούν σκωπτικά άσματα, στα οποία όμως διακρίνεται ο τρόμος τους.

Φεύγετε να φεύγουμε,
Έρχεται ο τουρλόπαπας,
Με την αγιαστούρα του,
Και με τη βρεχτούρα του!

 
Προς τους καλικάντζαρους των νεοελληνικών παραδόσεων φαίνεται να αντιστοιχεί ο βαβουτζικάριος των Βυζαντινών, ο οποίος παρουσιαζόταν ομοίως στη διάρκεια του Δωδεκαημέρου, σύμφωνα με τις τότε δοξασίες.

Οι αντιλήψεις για τα δαιμονικά που παρουσιάζονται το Δωδεκαήμερο είναι γνωστές και σε άλλους λαούς, στους οποίους επικρατούν παραδόσεις για λυκάνθρωπους, στρίγγλες, μάγισσες και άλλα όντα, με συμπεριφορά ανάλογη με αυτή των καλικάντζαρων.

Διάφορες ερμηνείες έχουν προταθεί για να εξηγήσουν το πώς προέκυψαν οι λαϊκές δοξασίες για τους καλικάντζαρους. Ο Νικόλαος Πολίτης, ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας, θεωρεί ότι οι δοξασίες και οι παραδόσεις για τους καλικάντζαρους αποτελούν δαιμονοποίηση των μεταμφιεσμένων, κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου, οι οποίοι ήταν ιδιαιτέρως ενοχλητικοί. Επίσης, δέχεται ότι έχουν αναμιχθεί και λαϊκές δοξασίες που αναφέρονται στους λυκάνθρωπους.

Ο βυζαντινολόγος Φαίδων Κουκουλές πιστεύει ότι οι καλικάντζαροι αρχικά σήμαιναν βλαπτικά για τα χωράφια και τα αμπέλια έντομα (κάνθαροι) και ότι με την πάροδο του χρόνου έγινε συμφυρμός των κανθάρων με τους πειρακτικούς μεταμφιεσμένους του Δωδεκαημέρου.

Ο αρχαιολόγος Κωνσταντίνος Ρωμαίος υποστηρίζει ότι οι καλικάντζαροι είναι κυρίως νεκρικοί δαίμονες, επειδή ακριβώς τις μέρες του Δωδεκαημέρου, σύμφωνα με αρχαία ήδη πίστη, εμφανίζονται στη Γη οι ψυχές των πεθαμένων.

Πηγή: www.sansimera.gr

Απόσπασμα από το βιβλίο «Τότε… στα βουνά της Βορείου Ηπείρου (1940-41)» του Στέφανου Ι. Κολλίντζα

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου, 2023 στις 7:32πμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

*** Οι ανωτέρω σελίδες, αναφέρονται από την 25 έως 31 Ιανουαρίου 1941.

Ο ΤΡΥΓΟΣ (από το αρχείο του αειμνήστου λαογράφου Φίλλιπα Κολλιόπουλου)

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου, 2023 στις 11:31μμ | Κατηγορία: Ιστορικά | Ν.Δ.Κ.

Μεγάλο πανηγύρι γινόταν στον τρύγο. Τότε ήσαν πολλά τα αμπέλια τρύγαγε ο κόσμος μια βδομάδα. Έκανε “πράξη” το κοινοτικό συμβούλιο και μπαίναμε όλο το χωριό μια μέρα στον τρύγο. Κουβάλαγαν το μούστο με τα ασκιά από γιδιές. Οι κουβαλητάδες μπροστά στα πουκαμισά τους και τα παντελόνια ήταν γεμάτοι λάσπη-κορυά από τις γιδιές που ανάλυχαν λίγο και φόρτωναν και ξεφόρτωναν στο χωριό.

Στους δρόμους προς τα αμπέλια ήσαν μεγάλες παρελάσεις. Φάλαγγες από ζώα άλλοι πήγαιναν και άλλοι ερχόταν φορτωμένα. Στο αμπέλι υπήρχε βούτα μικρός κάδος ξύλινος που λιώναμε τα σταφύλια ή με το αντί του λάκκου ή με το στουμπιστήρι. Ο γέρο-Λαχανάς εκείνη την ημέρα το έκλεινε το σχολείο για να απολαύσουν τα παιδιά το πανηγύρι του τρύγου διότι την άλλη ημέρα θα το γράφαμε και έκθεση. Όλα αυτά δεν ξεχνιούνται, όποιος τελείωνε πρώτα βοήθαγε το συγγενή του, το γείτονα, το φίλο, το κουμπάρο.

Το καλύτερο θέαμα στον τρύγο ήταν το βράδυ, πολλοί κοιμόταν στα αμπέλια άναβαν φωτιές που λαμποκόπαγε το δραγασιό. Τον τελευταίο δρόμο αυτοί που φεύγαν για το χωριό οι γυναίκες βαστάγαν στα χέρια τους, τις κρεμαστάρες τα καλύτερα σταφύλια και διαλεχτά σταφύλια φιλέρια, ροδίτες, αλεπούδες και ασπρούδες τα κρέμαγαν στα χαγιάτια και στα ταβάνια των σπιτιών και τρώγανε έως του Αγίου Φιλίππου και ακόμα. Το καλύτερο έδεσμα στον τρύγο ήταν η ρέγγα την έλεγαν και σκουράντζο. Άναβαν φωτιά με αγκάθια και τις καπσαλίζαν και μοσχοβολούσε ο τόπος.

Την πρώτη μέρα πιάναν τις άκρες οι κυνηγοί, φώλιαζαν πολλοί λαγοί στα αμπέλια και το ντουφεκίδι με την Δημητσανήτικη μπαρούτι πήγαινε καπνός, σωστός πόλεμος. Οι γέροι γραδέρναν τα κρασιά, πρακτικώς άμα κόλλαγε ο μούστος στα χέρια είχε βαθμούς. Άλλοι γέμιζαν ένα τσουκάλι μούστο και ρίχναν ένα φρέσκο αυγό μέσα όπως το γεννάει η κότα. Όταν το αυγό στεκόταν πάνω το κρασί είχε βαθμούς όταν βούλιαζε ήταν αδύνατο. Της Βλαχέρνας το δραγασιό βγάζει το καλύτερο κρασί άρωμα γιατί έχει ποικιλία σταφυλιών έχουν καλούς βαθμούς. Συντηρούνται σε υπόγεια άνευ χημικών φαρμάκων και το πίνεις ευχαρίστως χωρίς να σου κουδουνίσει το κεφάλι.

Στο τέλος οι γυναίκες βάσταγαν μούστο για πετιμέζι και για μουσταλευριά, που ρίχνανε μέσα στο χυλό τις βουλιές, μυγδαλοκάρυδα και τσαπελόσυκα τα λεγόμενα φουντούκια. Το πετιμέζι βρισκόταν χρονικώς για τις τηγανίτες, για το πότζι με το τσίπουρο και για το τσουκαλόκαυτο κρασί. Τώρα ο τρύγος έχασε την παλιά του αίγλη, δεν αισθάνεσαι τίποτα ούτε σου προξενεί καμιά εντύπωση. Σε λίγες μέρες αφού σπιρταριζώσαν τα τσίπουρα στην κάδη, έστεναν τα καζάνια και βγάζαμε το τσίπουρο. Εκεί γινόταν δοκιμές από τους “ειδικούς” να ιδούνε τίνος είναι δυνατότερο το ούζο και φεύγαν στουπί!!