Αρχείο για Ιστορικά
Ο 1ος Λαμπαδηδρόμος στην Ολυμπιάδα της Μελβούρνης το 1956, καταγόταν από το Λεβίδι!!
Στην Ολυμπιάδα της Μελβούρνης το 1956, στην τελετή αφής της φλόγας, ο 1ος Λαμπαδηδρόμος ήταν ο Διονύσιος Παπαθανασόπουλος, με καταγωγή από Λεβίδι!
Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από την συνέντευξη την οποία έδωσε (2016) στην εφημερίδα “Εθνικό Κήρυκα” της Νέας Υόρκης!
Ο κ. Διονύσης Παπαθανασόπουλος στην Αφή της Ολυμπιακής Φλόγας του 1956, όταν πήρε τη Δάδα από τα χέρια της Πρωθιέρειας Αλέκας Κατσέλη, για να αρχίσει το ταξίδι της, προς τη Μελβούρνη!
Όπως ο ίδιος αναφέρει:
«Η επιλογή μου έγινε κατόπιν πολλών δοκιμασιών σε συγκεκριμένο δύσκολο άλμα, το οποίο επιθυμούσε ο σκηνοθέτης της όλης τελετής. Με αυτό το άλμα, έπρεπε, αφού θα έπαιρνα την Δάδα από τα χέρια της Πρωθιέρειας Αλέκας Κατσέλη, να κάνω επιτόπια στροφή και να περάσω πάνω από το τοιχείο του Ναού της Ήρας, με εσωτερικό ύψος 0,70 εκ., πλάτος 0,80 εκ. και ύψος 1,70 εκ. Ήμουν ο μόνος, ανάμεσα σε πάρα πολλούς υποψηφίους, που εκτέλεσε, σε όλες τις δοκιμαστικές επαναλήψεις, τις οδηγίες του σκηνοθέτη».
Δοκιμασίες, πρόβες, επαναλήψεις για να βγει ένα αποτέλεσμα τέλειο, ένα αποτέλεσμα που θα κάνει περήφανη την Ελλάδα. Έτσι το έβλεπαν τότε, έτσι το ήθελε ο κ. Παπαθανασόπουλος, έτσι έπρεπε να γίνει, γιατί έτσι είχαν μάθει οι άνθρωποι. Έτσι είχαν μάθει οι τότε Έλληνες, ότι πρέπει να κάνουν περήφανη την Ελλάδα, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς προσωπικό κέδρος. Ένα πολύ δύσκολο φορτίο στις πλάτες ενός 21χρονου αθλητή που, όμως, είχε δυνατό σύμμαχο: «Την νύχτα μετά την επιλογή μου την πέρασα με αγωνία κι ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά και κατ’ ευχήν. Οι φίλοι μου κι οι συγγενείς ένιωθαν περίεργα, με αντιμετώπιζαν κυρίως σαν κάτι το ιερό. Η επόμενη μέρα πέρασε με αλλεπάλληλες πρόβες για να επιτευχθεί το τέλειο αποτέλεσμα. Σημαντικό ρόλο για να εγκλιματιστώ στην ιδέα και το μεγαλείο της όλης Τελετής, έπαιξε η Αλέκα Κατσέλη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα λόγια της: «Αυτήν τη στιγμή δεν είσαι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, είσαι ένας Θεός που φέρνει Μήνυμα Ειρήνης σε όλη την Ανθρωπότητα». Αυτή ήταν και όλη μου η επικοινωνία με την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή».
*** Ο πατέρας του Διονύση Παπαθανασόπουλου, ήταν από το Λεβίδι, ενώ η μητέρα του, ήταν από τα Λαγκάδια! Ο ίδιος λόγω του επαγγέλματος του πατέρα του, γεννήθηκε στην Ελασσόνα. Σήμερα (2019) κατοικεί στην Κηφισιά Αττικής. Το vlaxerna.gr ευχαριστεί τον υιό του, Γεώργιο Παπαθανασόπουλο, για το υλικό που μας έδωσε!
Ασπρόμαυρης Μνήμης θραύσματα!!
www.facebook.com/kostas.kollintzogiannakis/videos/2468235076592707/
Υπέροχο βίντεο του συμπατριώτη και φίλου
Κώστα Κολλιντζογιαννάκη!
Κυνήγι: Από τον ποδαρόδρομο…..στο ΝΑVΑRΑ!!
…του Αθανασίου Γ. Κουτσούγερα-Δάσκαλου
Τα ‘χω μαζεμένα σε μας τους σημερινούς κυνηγούς (και στην αφεντιά μου φυσικά) για τον τρόπο που γίνεται τη σήμερον ημέρα το κυνήγι. Τώρα που έχουμε ανάπαυλα αξίζει να τα πούμε λιγάκι!
Σήμερα λοιπόν, το κυνήγι είναι ξεκούραστο. Χαβαλές, λακριντί και καλαμπούρι. Παλιότερα ήταν – μαζί με όλα αυτά φυσικά – και σχέτη περιπέτεια. Ήταν πολύ κουραστικό και σχεδόν μέσο επιβίωσης διότι εξασφάλιζε και επίλεκτη τροφή, αλλά ικανοποιούσε και υποχρεώσεις δώθε-κείθε που είχαμε. Τα πιο πολλά κυνήγια τα πηγαίναμε πισκέσι, σε κανά βουλευτή, σε γιατρό ή τέλος πάντων σε κάποιον που νομίζαμε ότι θα τον χρειαστούμε για καμιά εκδούλευση ή για κανά ρουσφέτι. Ακόμα και τον Αγροφύλακα φιλεύαμε καμιά φορά και είναι αυτονόητο για ποιο λόγο. Από την τραγασούρα…τα έβλεπε όλα!
Και ποιος δεν θα ζήλευε, τότε, ένα πιάτο λαγό στιφάτο ή ένα μεζέ αγριόπουλου. Στο μαγείρεμά τους, μοσκοβόλαγε όλη η γειτονιά και σπάγανε μύτες. Και τώρα βέβαια τα κυνήγια είναι επίλεκτα πιάτα αλλά τώρα μπορεί να αντικατασταθούν με άλλο είδος κρέατος που το βρίσκουμε άφθονο. Τότε περιμέναμε πότε θα σφάξουμε τα γουρούνια κοντά τα Χριστούγεννα ή πότε θα έρθει το Πάσχα για να σφάξουμε το μανάρι. Τον άλλο χρόνο βολευόμαστε με καμιά στάλα σύγκριατο, αν και αυτό το φυλάγαμε για κάναν ξένο ή με καμιά τσιγαρίδα μες στον τραχανά! Τέλος πάντων.
Ρε πώς αλλάζουνε οι τσαιροί μου ’λεγε ο μπαρμπα-Κώστας μια φορά, που του θύμιζα παλιές καταστάσεις και βούρκωνε.
Σήμερα δεν ξεκινάει κανένας κυνηγός να πάει ποδαρόδρομο στην Αρπακωτή, στη Λεύκα, στο Μέγα Διάσελο, στους Ρούχους ή στην Πίκιζα στο Τετράγωνο και στο Καντηλέϊκο και να περπατάει όλη τη νύχτα. Σήμερα έχουμε τις τζιπάρες μας, τα NAVARA μας και ξεπεζεύουμε δίπλα από το κουμάσι του ζουδιού που θέλουμε να κυνηγήσουμε!
Εγώ έζησα περιπετειώδεις κυνηγετικές εξορμήσεις παλιότερα και για να δώσω να πάρουν βερβελέ οι σημερινοί νέοι κυνηγοί, θα σας μολογήσω για μια φορά από τις πολλές που πηγαίναμε για πάπιες π.χ. και που ήμουν και εγώ στην κυνηγοπαρέα. Για να μάθουν πόσο μπελαλίδικο ήταν το κυνήγι τότε. Πάπιες, στον κάμπο συσήλαγε ο τόπος, όπως ακούγαμε το βράδυ, από τους μεγάλους που μολογάγανε όταν γυρίζανε από τον κάμπο. Μουστώναμε εμείς τα παιδιά αλλά νομίζαμε, στο κάτω κάτω, ότι δικαιούμαστε μερτικό. Να πάμε δηλαδή και εμείς για κυνήγι γιατί προμηθεύαμε τους μεγάλους με σκαγομπάρουτα. Πώς γινόταν αυτό και πού τα βρίσκαμε; Μη σας φαίνεται παράξενο. Μεζεύαμε τις άτριχτες σφαίρες που απόμεναν ανάμεσα στις τριγμένες που βρίσκαμε, κουρκούμπες-κουρκούμπες, μέσα στις γράνες, όταν έφευγαν οι στρατιώτες ύστερα από κάποια συμπλοκή με τις φάλαγγες των γερμανών ή της 9ης Μεραρχίας με τους αντάρτες. Τις ανοίγαμε και βγάζαμε από μέσα το μπαρούτι π.χ. χυλοπίτα, ντρίτσα, μακαρόνι που ήταν για τότε θησαυρός! Πολεμικό μεν μπαρούτι αλλά οι μεγάλοι το ’καναν σμιγάδι με “δημητσανίτη” και έφτιαχναν ριξιές που ήταν, όπως έλεγαν, δηλητήριο κυρίως όμως για τα πιστογιομί ντουφέκια αλλά στην ανάγκη έκαναν και για μπροστογιομί. Με κοκόρια και μπιβούς δηλαδή. Δεν υπήρχαν τότε σκαγομπάρουτα αλλά ούτε και λεφτά για να αγοράσει κανείς. Γι’ αυτό στις πάπιες δεν έριχναν όταν ήταν λίγες. Δεν διαγούμιζαν εύκολα τις ριξιές, αλλά περίμεναν στη μοτσιάρα να μαζευτούν πολλές. Ούτε στα λιγοτάρικα κοπάδια έριχναν. Διάλεγαν που θα ρίξουν. Πολλοί μάλιστα έφευγαν για κυνήγι από το χωριό με δυο ριξιές μόνο. Μερικοί έφτιαχναν και σκάγια μόνοι τους. Σε ένα μπρίκι έλιωναν μολύβι,το έριχναν μέσα σε ένα κονσερβοκούτι που του είχαν τρυπήσει τον πάτο με τρύπες στο μέγεθος του σκαγιού. Το λιωμένο μολύβι πέρναγε μέσα από τις τρύπες και έπεφτε από κάτω σε ένα άλλο κονσερβοκούτι που ήταν γεμάτο λάδι, από αυτό το μαύρο που ξέμενε από το λάδωμα των μηχανών. Για να πέφτουν οι σταγόνες του λιωμένου μολυβιού χτύπαγαν το τραπέζι με ένα σφυρί για να ταρακουνιέται το χειροποίητο στραγγιχτήρι και έτσι να πέφτουν εύκολα. Λάδι έβαζαν για να βγαίνουν τα σκάγια στρογγυλά. Αν και μερικές φορές έβγαιναν με νουρά και αναγκαζόσανε να κόψουνε τη νουρά με το μαχαίρι ή με το ψαλίδι και έτσι έμενε το στρογγυλό μέρος του σκαγιού. Είχα φτιάξει και εγώ έτσι σκάγια.
Ερχόμαστε όμως σ’ αυτό που ξεκίνησα στην αρχή να μολογήσω και το οποίο έζησα και εγώ.
Γυρεύαμε λοιπόν και εμείς τα παιδιά τα ντουφέκια από τους πατεράδες μας ή από τους μπαρμπάδες μας και αν είχαν την καλή τους και με λίγο καλόπιασμα μας τα έδιναν. Όχι πάντως χωρίς γκρίνια. Προτιμούσαμε να πάμε για πάπιες γιατί εξ’ άλλου δεν είχαμε και άλλη επιλογή. Τα σκυλιά δεν μας τα έδιναν οι μεγάλοι για άλλο κυνήγι. Τα μικρά πουλιά τα κυνηγάγαμε με το λάστιχο και όποιος το χειριζόταν καλά είχε επιτυχίες αλλιώς θα ξεκληρίζαμε καμιά φωλιά και πολλές φορές παίρναμε τα μικρά αμάλιαγα για να προλάβουμε να μην μας τα πάρει κάνας άλλος που ήξερε τη φωλιά. Εγώ συνήθως έκανα παρέα με τον Τρύφωνα και με το Μήτσο. Δεν είναι σωστό νομίζω να μνημονεύσω ονόματα που τώρα δεν υπάρχουν. Πολλές φορές ερχόταν και ο Γιώργης. Οι άλλοι της παρέας είχαν πιστογιομί ντουφέκια. Εγώ είχα ένα παλιομπροστογιομί του μπάρμπα μου, που το κρυβα στην αστράχα για να μην το βρει ο γέρος μου και μου το κατασχέσει γιατί όπως έλεγε ήταν επικίνδυνο. Πολλές φορές δεν έπαιρνε ξιζότ από το μπιβό και έκανε καζ-ντοββ. Με το καζ που έκανε το καψούλι, πολλές φορές, μετά από λίγο, έκανε ντοββ και έριχνε. Ήταν πράγματι επικίνδυνο να βγάλω κανά μάτι ή να μου΄ρθει στα μούτρα αν δεν το κράταγα καλά.
Συνονογιόμαστε λοιπόν από το βράδυ ετοιμάζαμε τα αναχρικά μας, τα συμπράγκαλα και τα χρειαζούμενα, διπλώναμε σε καμιά μπόλια μια στάλα τυρί με μια φέτα ψωμί, αλλά πολλές φορές τίποτα! Φυσικά από την αγωνία μας δεν κλείναμε μάτι όλη τη νύχτα. Ξεκουκουρώναμε. Το μάτι καρρέλι. Δεν μας έπαιρνε ο ύπνος!
Εκείνη τη φορά σηκωθήκαμε μπονώρα-μπονώρα, σμίξαμε και ξεκινήσαμε ποδαρόδρομο από το χωριό για να φτάσουμε στο Καντηλέϊκο για πάπιες. Χειμώνας καιρός. Που τα αυτοκίνητα τότε.Ένας είχε αυτοκίνητο. Ο Γιαγκούλας. Τον Ατρόμητο αν θυμάμαι καλά.Ένα παλιοφορτηγό-τζεϊμς νομίζω, που παρίστανε το πούλμαν και έκανε τη συγκοινωνία ίσαμε την Τρίπολη. Τη δουλειά του την έκανε πάντως. Είχε και καθίσματα πίσω στην καρότσα κάτι σαν ξύλινα παγκάκια που ως που να φτάσεις στην Τρίπολη έκανε ο πισινός σου κάλους από το πολύ ταρακούνημα καθώς ο δρόμος ήταν καρόδρομος. Τον κατήφορο που πηγαίναμε λοιπόν στης Φραγγούς το πηγάδι απαντήσαμε, κυνηγούς χωριανούς που γύριζαν από πρωινό φύλαμα και πήγαιναν για δουλειά.
«Εσείς καημένε θα κάνετε δουλειά. Να αφήσετε τσιε καμιά πάπια τσιε για μας ρεεε!! Μη ντις σκοτώσουτε ούλες», ακούσαμε να μας ειρωνεύονται όταν τους προσπεράσαμε. Δε δώσαμε γνώρα ούτε πολλή σημασία και προχωρήσαμε. Όταν φτάσαμε στην Πέτρα, μακριά φυσικά από το ποτάμι, ο τόπος είχε μοτσιαρίσει από τα πολλά νερά και μπροστά μας απλωνόταν λιμνοθάλασσα. Ήταν επικίνδυνα να πάμε πιο κοντά γιατί ο τόπος ήταν γεμάτος πηγάδια. Κατεβάσαμε τα ντουφέκια και προχωρούσαμε απ’ όξω από το νερό, όσο πατιόταν δηλαδή, γιατί, αν και δεν είχε νερό, το χώμα βούλιαζε και το περπάτημα ήταν πολύ δύσκολο. Το νερό ήταν παντού. Ίσως να είχε βρέξει και τη νύχτα και έπρεπε να σκαρφιστούμε κάτι άλλο, για να ζυγώσουμε στο ποτάμι!
Στο βάθος της λίμνης βλέπαμε τις πάπιες που ανενόχλητες, τσιαπαλάγανε μέσα στο νερό, αφού ήσαν μακριά από απόσταση βολής. Λυσσάξαμε! Μας βάρεσε νταουζάκος!! Ελάτε κοντά λέει ο Τρύφωνας. Θα πάμε από πάνου από την Τρούπα, γύρω γύρω, στην πλεύρα και θα τους μπούμε από τον Ελιώνα. Το μάτι μας γυάλιζε. Με τέτοιο παπιομανέσι ποιος ήτανε να το βάλει κάτω. Από την πλεύρα λοιπόν, από πάνω από την Τρούπα, ένα, στον Ελιώνα, στου Μπότη την καλύβα και από κει πήραμε την άκρη στο Λυκοπόταμο, βρήκαμε μια εμπατή χωρίς νερό και φτάσαμε στην Πίκιζα. Ζυγώσαμε καμιά διακοσιαριά μέτρα στο ποτάμι. Εκεί στοπ! Δεν πήγαινε άλλο. Μακριά μέσα συσίλαγε ο τόπος. Πάπιες όλα τα σόγια! Τουρλού-τουρλού! Ντρενόλιαρες, πρασινοκέφαλες, ψαλιδονούρες, κοπαδιάρες, φιφιά ακόμα και καλιμάνες και μπεκατσίνια. Μας φαινόταν ότι ήτανε μπροστά μας. Το ντουφέκι όμως δεν τις έπιανε. Την ημέρα βλέπεις δεν ανεμίζανε τα κοπάδια. Βόσκανε μέσα στο νερό. Πάμε μέσα λέει ο Τρύφωνας να τις κοντοζυγώσουμε. Σιγά ρε ντεβεκέλη, δεν είσαι καλά, του λέω εγώ. Τα πηγάδια δεν τα λογαριάζεις. Εγώ πάω, άμα θέλετε ελάτε, ήταν η απάντησή του. Πρώτη φορά είδα τον Τρύφωνα τόσο γούρμο. Το έριξε στο άϊντε ντε, στο ντορόβλαγκο και ακουμπέτι με μια φαρμουντάδα άρχισε να προχωράει μέσα στο νερό.Φαίνεται το ’λεγε το τσιουλάτσι του! Εδώ που τα λέμε δεν είχαμε και άλλη επιλογή παρά να λυγουρευόμαστε τις πάπιες σαν την αλεπού με το σταφύλι! Τον ακολουθήσαμε έξω από τη γράνα, μέσα από τα χωράφια που ήταν λίγο το νερό. Τα χωράφια γεμάτα λουμπρίνες από τα κομμένα αραποσίτια. Μερικές μάλιστα είχαν απάνω και αραποσίτια αθέριστα που από την υγρασία είχαν γίνει μπούλια. Πολλές φορές μας φάνηκαν σωτήριες αυτές οι λουμπρίνες, αφού με το ένα χέρι πιανόμαστε και κρατάγαμε ισορροπία για να μην πέσουμε. Προσέχαμε όμως, γιατί με το τράβηγμα, άμα ξεκόλωνε καμία θα παραπατάγαμε και θα βρισκόμαστε ξαπλωμένοι μέσα στο νερό. Το νερό μας έφτανε ίσαμε το γόνα και το χώμα από κάτω βούλιαζε. Πατάγαμε με το ένα πόδι και αχναρώναμε με το άλλο. Με το δεύτερο όμως αχνάρι το πόδι, όπως βούλιαζε στο χώμα, έβγαινε χωρίς γαλότσα. Η γαλότσα αναποδογύριζε και άϊντε τώρα να τη βρεις γιατί το νερό ήταν μπουλουμάς από τα πατήματα. Αλλά και που να κρατήσεις ισορροπία με το ένα πόδι. Τότε αναγκαστικά πατάγαμε και το άλλο πόδι μέσα στο νερό μέχρι να βρούμε τη γαλότσα. Την αδειάζαμε από το νερό την ξαναφοράγαμε και άϊντε από την αρχή. Τα ίδια. Κάναμε ακόμα ένα γιούτο. Προχωρήσαμε σαν να είχαμε πεδούκλι έτσι καμιά διακοσιαριά μέτρα.
Ρεεεε….ακούμε το Μήτσο να μονολογεί. Εδώ δεν ήσαν οι πάπιες προηγουμένως που τις βλέπαμε; Να η ετιά. Πράγματι έτσι ήταν, διότι εν τω μεταξύ όσο εμείς προχωράγαμε για να τις ζυγώσουμε, με την οχλοβοή που κάναμε, προχωράγανε και οι πάπιες και απομακρυνόσανε κολυμπώντας μέσα στο νερό, σαν να μας κορόιδευαν! Εμείς όμως δεν το βάζαμε κάτω. Κοντά και εμείς. Μέχρι που αποκάναμε από την αποστασίλα ζυμώνοντας μέσα στη λάσπη. Απάνω στην απελπισία μας, ακούμε τον Τρύφωνα: Λουμώτε ρεεεε….Έρχεται ένα κοπάδι φιφιά απάνου μας. Που να λουμώξεις μέσα στο νερό. Έκανα να κολοκάτσω και ο πισινός μου μπλατσούνισε μέσα στο νερό! Ήταν ότι χειρότερο γιατί στο μεταξύ το κρύο άρχισε να περονιάζει. Φτάσανε από πάνω μας και σηκώσαμε τα ντουφέκια. Δεν είχαμε και πολλές ριξιές. Θα προτιμούσαμε οι πάπιες να ήταν μεγάλες για να μη χαλάσουμε τις ριξιές, αλλά και αυτά τα φιφιά μας ήρθαν μπουλετί. Πέσανε τρεις ντουφεκιές. Μια τέταρτη έκανε τσιβββ…!! Το δικό μου το μπροστογιομί είχε νοτιστεί από τα νερά και έπιασε μόνο το καψούλι. Κρέμασε ένα φιφί αλλά το μαγγούφι εκεί που έπεσε άντε να το πάρεις. Πενήντα μέτρα μακριά. Άσε που ο Τρύφωνας με το Μήτσο άρχισαν τις λογομαχίες. Εγώ το βάρεσα ο ένας, όχι εγώ το βάρεσα ο άλλος και άντε να βρεις άκρη. Ψάχνανε για τζινταβή. Ήσανε στ’ ατσάλι έτοιμοι για μάλωμα. Εγώ έτσι και αλλιώς είχα μείνει φλούτσος αφού με μια καψουλιά τι περίμενα να σκοτώσω. Τη λύση έδωσε ο Μήτσος που πιο τολμηρός άρχισε να προχωράει μέσα στο νερό μη λογαριάζοντας τον κίνδυνο και τα περί πηγαδιών που λέγαμε. Τον βλέπαμε να προχωράει μαλιναρισμένοι γιατί δεν ξέραμε αν θα φτάσει στο φιφί ή αν θα γύριζε πίσω. Ξαφνικά τον ακούμε να φωνάζει: Ρεεεε…ρίχτε του!!Ένας λαγός! Από ένα χορταριασμένο ξέφωτο του πετάχτηκε ένας λάγαρος ίσαμε ένα βετούλι.Έτσι τον είδαμε εμείς. Ο αναθεματισμένος δεν ήρθε προς εμάς αλλά πήρε τη γράνα –γράνα και σκαπέτησε προς το Τοιχιό. Κατά διαστήματα στεκόταν, γύριζε και κοίταγε πίσω προς τα εμάς, αφρουγκαζότανε και ξαναπροχώραγε ανενόχλητος μέχρι που τον χάσαμε από τα μάτια μας! Γιατί δεν τον ντουφέκισε ο Μήτσος; Γιατί φεύγοντας να πάει για το φιφί άφησε το ντουφέκι του, να το κρατάω εγώ για να προχωράει πιο εύκολα.Τέτοιο μυαλό.
Μετά από περιπετειώδη διαδρομή ο Μήτσος έφτασε στο φιφί, το έπιασε, το μπεσιλάτισε λίγο, το συφούλιασε και το μπούρλιασε στη ζωστήρα έτσι για φουμιά. Έτσι προκούφι, όπως φαινότανε αυτό το τσερόνι θα ήταν καμιά εκατονπενηνταριά δράμια. Είπα περιπετειώδη γιατί αυτό το διαβολεμένο το φιφί ήταν τραυματισμένο και όσο το πλησίαζε ο Μήτσος εκείνο προχώραγε κολυμπώντας. Κάπου θα το είχε τσαρμπίσει φαίνεται. Ακόμα μεγαλύτερη ήταν η ταλαιπωρία του στο γυρισμό αφού ζημώνοντας μέσα στις λάσπες του κόλησε η γαλότσα πεντέξι φορές. Γύρισε εξουθενωμένος και αν έβρισκε τόπο, θα ξάπλωνε κάτω αποκαμωμένος. Τώρα που να ξαπλώσει αφού το νερό τον έφτανε μέχρι τα σκέλια. Βγήκε όμως λαπάντι παρ’ ότι ο Τρύφωνας-όπως ήταν και λίγο τσαρκαλιάρης- φουρλάτιζε για το φιφί! Αφού γύρισε, εγώ έριχνα τα σχέδια για το πώς θα ζυγώναμε τις πάπιες. Μπροστά μας, τέτοιος θησαυρός και να πάει στράφι,σκεφτόμουνα! Ούτε μία από δαύτες δεν θα πάει κρεμασμένη στο χωριό;
Έχω μια ιδέα είπα. Να πάμε γύρω γύρω από κει που ήρθαμε και να τους βγούμε μπροστά από την άλλη μεριά, από το Χωτουσέϊκο δηλαδή. Σκύψε…μου λέει ο Τρύφωνας. Προφανώς για να μου ρίξει καμιά καρπαζιά για την κουταμάρα που είπα.Έτσι το έβλεπε αυτός. Και που ξέρεις ρε αν από την άλλη μεριά πατιέται ο τόπος, διαφώνησε. Ο Μήτσος έλεγε ναι σε κάθε ιδέα. Ντιλάρι όπως ήταν δε λογάριαζε τίποτα. Το ’ριξε στο κουτραμπάνικο και το κουμπούρωσε μόνος του. Με μεγάλες αδρασκελιές, με κάτι νταρβίρες ενάμισο μέτρο και με τις γκουναύλες του σαράντα πέντα νούμερο. Τον ακολουθήσαμε και όπου βγει. Φτάσαμε (πώς φτάσαμε δηλαδή), πάλι γύρω-γύρω πάνω από την Τρούπα βγήκαμε στην Πέτρα και από κει ένα και δύο στο Τοιχιό και στη συνέχεια παίρνοντας μπερντέ το χείλος μιας γράνας το κουμπουρώσαμε για το ποτάμι. Μπροστά μας πέλαγος. Αριστερά βούλιαζε! Δεξιά το ίδιο! Οι πάπιες πολύ μακριά από εμάς και με την προηγούμενη ταλαιπωρία που περάσαμε δεν τολμούσαμε να κάνουμε το ίδιο. Στο μεταξύ τα πόσκια λιοκρίσανε, το κρύο όπως είμαστε μάλιστα και βρεγμένοι άρχισε να περονιάζει! Τα πόδια μας είχαν γίνει τροχίλια από το φαφάτιασμα! Είμαστε μπαφουνιασμένοι από το κρύο. Άκουσα τον Τρύφωνα πίσω μου να σκλιμουριέται. Είναι δύσκολο να φανταστείτε τι ρούχα και τι είδους γαλότσες φοράγαμε. Έπρεπε κανονικά να περιμένουμε λίγο για να σπαργουνιάσουν τα πόδια μας, σε κανά στέριο μέρος και μετά να σκεφτούμε για κάτι άλλο.
Απάνω στη σκέψη για το πώς να συνεχίσουμε, λουμώτε ρεεε, ακούμε το Μήτσο να φωνάζει. Με μια κίνηση, παρ’ ότι είμαστε κραγκωμένοι, σκύψαμε και οι τρεις. Περιστέρια! Ένα κοπάδι περιστέρια κανταριάσανε και ερχόσανε από το Καντηλέϊκο σύρια κατά πάνω μας. Μόλις ζύγωσαν έφαγαν πέντε σμπάρα! Να που έπιασε και το δικό μου μπροστογιομί! Κρεμάσανε τρία περιστέρια. Ανάλογα με τις ριξιές που είχαμε και πολλά πέσανε. Κάποιο θα πήγε συγκοπή. Το ένα μάλιστα το είχαμε κάνει μάματα. Ευτυχώς τρία, γιατί αν ήσανε λιγότερα, ακόμα εκεί θα είμαστε και θα μαλώναμε για τη μοιρασιά. Πάλι καλά λέει ο Μήτσος. Τα περιστέρια, μπροστά στην απελπισία μας, μας φαινόσανε σαν τρενόλιαρες. Ήσανε πράγματι γοτζίλια! Νιώσαμε πάντως μια ικανοποίηση, με πικρή γεύση φυσικά, αφού βλέπαμε τα μπουλούκια μέσα στο νερό και τρώγαμε απ’ τα ρούχα μας! Τρώγαμε άγγουρες!
Παιδιά, λέω εγώ, μην τις λυγουρευόσαστε τις πάπιες. Δεν γίνεται τίποτα για σήμερα. Για να ανεμίσουνε πρέπει να κάνει τσιφούρα ή να φυσάει. Πάμετε να φύγουμε. Κοιτάξαμε γύρω μας και χωρίς πολλές περιστροφές βρήκαμε την ιδέα φρόνιμη και σωστή. Στο μεταξύ άρχισε να σιτίζει και καφούριζε για τα καλά. Έπρεπε να κάνουμε γρήγορα γιατί ήταν πλέον αργά και οι δικοί μας θα ανησυχούσαν. Είναι αλήθεια ότι είχαν γίνει τότε πολλά άσχημα στο κυνήγι με τις πάπιες. Κάποιος μάλιστα είχε πνιγεί σε πηγάδι. Κι’εμείς δεν θα θέλαμε να βρούνε την τουσίτσα μας κάπου μες στον κάμπο στον πάτο κανενός πηγαδιού. Πήραμε λοιπόν το δρόμο του γυρισμού με ανάμικτα αισθήματα.Ένα γυρισμό όμως γεμάτο περιπέτεια αφού ο Τρύφωνας από την ξελυγωμάρα του, έξω από τον Άγιο-Θανάση, έπεσε χάμω σχεδόν λυπόθυμος. Απάνω δε στην αγωνία μας ακούμε φωνές που ερχόσανε από το χωριό. Ήσαν η μάνα του Τρύφωνα και η δική μου. Ανησύχησαν και ερχόσανε κατατρομαγμένες να δούνε τι είχε συμβεί και αργήσαμε. Δεν ακούσαμε πολλά εκείνη τη στιγμή. Δώσαμε λίγο νερό στον Τρύφωνα και το υπόλοιπο το ρούγκλωσε όλο ο Μήτσος και δεν άφησε γραντζιά για μένα. Ντααα παλιόλυκα του φώναξα θυμωμένος γιατί είχε και μένα στεγνώσει το στόμα μου. Είχανε φέρει και δυό-τρία τσαπελόσυκα και κάτι κοκόσιες.Είχαν καταλάβει φαίνεται πόσο θα χρειαστούν.Αναζούπωσε ο Τρύφωνας και φτάσαμε στα σπίτια μας τροκάτσι. Όλο το δρόμο προχωρούσαμε αμίλητοι. Ξέραμε τι μας περιμένει. Δεν είναι ανάγκη να ρωτάτε τι ακολούθησε μετά!
Όλοι έχουμε ζήσει παρόμοιες καταστάσεις στα νεανικά μας χρόνια και τα φανταζόμαστε. Οι γέροι ήσαν τότε, αυστηροί.Έτσι τελείωσε αυτή η κυνηγετική ημέρα.Και το λαγοκυνήγι όμως δεν πήγαινε πίσω από παρόμοιες περιπέτειες. Σήμερα αυτές οι περιπέτειες φαίνονται στους νέους σαν ένα παραμύθι που το λέμε για να κοιμηθούνε τα μικρά παιδιά. Να τα μαθαίνουν όμως αυτά οι νεοφώτιστοι κυνηγοί γιατί σήμερα έχουμε βλέπεις τα μέσα μας, τα μεταφορικά μας, (καβάλα παν στην εκκλησιά), τα αδιάβροχά μας, τα ζεστά μας μπουφάν, τις ολόσωμες γαλότσες μας, τις βάρκες μας άμα λάχει, τις εφτάσφαιρες επαναληπτικές καραμπίνες μας, που μόλις βγει το καινούργιο μοντέλο τις αλλάζουμε σαν πουκάμισα. Τα κινητά μας, στην τσέπη που ανά πάσα στιγμή, αν συμβεί κάτι, όπου και να βρισκόμαστε, παίρνουμε τον κολλητό μας και έρχεται και μας παίρνει. Κυρίως όμως φυσίγγια….Πλούσια τα ελέη. Μέχρι και μάγκνουμ έχουμε και αλίμονο στο κοπάδι που θα κάνει το λάθος να περάσει από πάνω μας. Θα το ντουφεκάμε μέχρι που να σκαπετήσει. Σιγά να μη λυπηθούμε τα φυσίγκια. Διπλές ζώνες στη μέση και άλλα τόσα στο σακίδιο.
Αμ το άλλο! Κοίτα φίλε μου τι κόντεψα να ξεχάσω.Το καλύτερο νέο! Η επιστήμη προχωράει λέει και ακούγεται τώρα τελευταία ότι είναι στα σκαριά να βγάλουν ένα κυνηγετικό Ελικόπτερο για να ανεβαίνουμε απάνου και να κυνηγάμε τα πουλιά στον αέρα! Και κάτι άλλο,το σπουδαιότερο: Θα κυκλοφορήσει, λέει, ένας ανιχνευτής που θα βρίσκει το λαγό και θα μας πηγαίνει ντουγρού στο κουμάσι του. Πάει,θα καταργηθούν τα σκυλιά! Τι άλλο θέλουμε;
Εκλογικά ευτράπελα!!
Γράφει ο Γιώργος Καρούντζος
Ας πούμε και κάνα ευτράπελο για να αποφορτίσουμε την κατάσταση.
Ο Μπήκας από τη Χωτούσα διαλέγει 4-5 συγχωριανούς του και κατεβαίνει στις εκλογές, για πρόεδρος του χωριού. Για να τους πείσει
τους έταζε αξιώματα και μερίδιο στα έξοδα παράστασης, που θα έπαιρνε σαν Πρόεδρος. Κάθε βράδυ τους κέρναγε και… μαγειρεύανε τα σόγια και τους ψήφους. Γίνονται οι εκλογές, τις κερδίζουν και ο Μπήκας γίνεται Πρόεδρος. Τους έβαλε σε κάποιες επιτροπές, αξιώματα όπως τα ονόμασε για να τους ευχαριστήσει. Από τότε όμως άλλαξε συμπεριφορά στην παρέα.
– Καλά, δεν πειράζει λένε, αρκεί που θα πέφτει το μάμαλο, και περιμένανε να πάρει ο πρόεδρος το μισθό για να τον μοιραστούν. Παίρνει αυτός τον πρώτο μισθό, παίρνει το δεύτερο τίποτα. Ούτε που πλησιαζότανε.
– Άι..! Λένε, την πατήσαμε… Τώρα καταλάβανε το κόλπο του.
– Κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν θα τον αφήκουμε έτσι. Ο Μπουρδαράς τό ‘βαλε πείσμα. Πάει μια μέρα στην Τρίπολη που είχε κάποιο γνωστό στη Νομαρχία και τού ‘κανε παράπονα, ότι ο πρόεδρος δεν τους ακούει και κάνει του κεφαλιού του και του ζήτησε να τον διώξουν και να αναλάβει αυτός, που είχε τους περισσότερους ψήφους και ήταν αντιπρόεδρος.
– Δεν γίνεται έτσι, του λέει ο υπάλληλος. Για να τον διώξουμε πρέπει να κάνει κάποιο σοβαρό παράπτωμα, απ΄αυτά που γράφει ο νόμος. Παίρνει κι ένα βιβλίο με τους νόμους των κοινοτήτων και γυρίζει στο χωριό. Βρίσκει την παρέα.
– Σας έχω νέα. Τον έχουμε στο χέρι τους λέει. Για τηράτε εδώ το νόμο. Με το πρώτο παράπτωμα θα πάει στο σπίτι του. Θα αναλάβουμε εμείς και θα μοιραζόμαστε το μιστό. Κάθε βράδυ σμίγανε και μεταξύ τους «δικάζανε» τον πρόεδρο. Τι έκανε σήμερα; Τούτο και τούτο. Τηράγανε το νόμο, μα καθώς τά ‘λεγε «μπερδεμένα», όλο τους ξέφευγε. Ο Μπουρδαράς είχε στο μαξιλάρι του το νόμο και διάβαζε τα καθήκοντα του προέδρου για να΄ναι ενημερωμένος. Μια μέρα ακούστηκε στο χωριό ότι ο πρόεδρος υπόγραψε κάτι χαρτιά σε μια γριά για να πάρει σύνταξη και λέγανε ότι ήτανε παράνομο.
– Όπα, λέει ο Μπουρδαράς, μέχρι εδώ ήτανε, έπεσε στην παγίδα. Τώρα θα ιδείτε τι θα πάθει. Πάει γρήγορα στο σπίτι να συμβουλευτεί τη νομοθεσία. Στο μαξιλάρι, είχε αφήσει ανοιχτό το βιβλίο που διάβαζε, στη σελίδα με τα καθήκοντα του Προέδρου. Σαν το διάβολο, είχε πάει μια παλιοκατσούλα και τό ‘χε μαγαρίσει…
– Άϊ ρε πούστη Μπήκα! Συχώρα που μού ‘χεσε η κατσούλα το νόμο!!!
Παπούτσι από…γκουίλα!! (παιδικές ανάγκες και χαρές μιας άλλης εποχής!)
Χαράς τον που τα φόραγε! Απέθαντα! Σκλίνος! Κυρίως εμείς τα παιδιά. Βαριά μεν, αλλά μπορούσαμε να κλωτσάμε ένα κονσερβοκούτι από το τρίτο γιοφύρι, όταν γυρίζαμε,αφού είχαμε ξεβγάλει τα ζα, μέχρι το χάνι και να μην παθαίνουν τίποτα. Κλωτσάγαμε το τόπι και πήγαινε στα μπεηβάνια. Τώρα με ποια παπούτσια τα συγκρίναμε για να λέμε ότι ήταν καλύτερα; Μα… φυσικά με τα γουρνοτσάρουχα! Αλλά και με τις αρβίλες από βακέτα ,που από το πολύ το φόρεμα καρκουλιάζανε,μισοτριβιάζανε και απάνου ήσαν πλάντρα από τόσες φόλες, πατείς με πατώ σε, που έμοιαζαν σαν ψιχαλισμένο πεζοδρόμιο. Πολλές φορές μάλιστα ραμένες με ράσινη κλονά, με τη σαμαροβελόνα, αφού δεν είχαμε γκιούλι ή παπουτσοκλονά. Δεν ήσανε τότε και πολλοί τσαγκαράδες,που έτσι και είχαν να φτιάσουν γαμπριάτικα παπούτσια από σεβρό ή λουστρίνι, τις φόλες θα τις έραβαν του ρουσαλιώνε.
Παντελόνι ντρίλινο,το γιορτινό από τσελβόλ, σε στιλ βερμούδας, λίγο κάτω από το γόνα. Είχα δει και παντελόνι ράσινο ακόμα και σαϊσματένιο. Όσο για λουρίδα παίρναμε κανά βρακοζώνι ή φτιάχναμε λουρίδα πέτσινη από κανά άχρηστο μπαλντούμι, ή κολάνι ή από καμιά παλιοκαπιστριάνα. Πολλές φορές οι μεγάλοι για λουρίδα βάνανε ακόμα και την ίγκλα του σαμαριού.
Πρέπει όμως να εξηγήσουμε ορισμένα πράγματα γιατί ίσως μερικοί να νομίζουν ότι μιλάμε αλαμπουρνέζικα. Να καταλάβουν οι νεότεροι ποιες ήταν οι δικές μας μεγάλες παιδικές χαρές, όταν ακόμα δεν είχαν βγει οι διάσημες μάρκες τα παπούτσια ΝΙΚΕ, adidas, Τiberlant, κ.λ.π. που σήμερα μόλις λίγο ξεθωριάσουν ντρεπόμαστε να τα φορέσουμε!
Και αφού πρέπει να εξηγήσουμε, να πούμε ότι η γκουίλα ήταν ένα κομμάτι από ρόδα αυτοκινήτου, περιζήτητη φυσικά, αφού τα αυτοκίνητα ήσαν λίγα αλλά και κανένας δεν πέταγε ρόδα αυτοκινήτου παρά μόνο αν έπεφτε από κανά στρατιωτικό αυτοκίνητο που δεν τη μάζευαν οι στρατιώτες γιατί δεν θα ήξεραν την αξία της. Ήταν τυχερός, παρ’ όλα αυτά, όποιος έβρισκε ένα τέτοιο κελεπούρι!
Φαντάζομαι να ξέρετε τι ήσαν τα γουρνοτσάρουχα; Όχι; Για τους νεότερους το λέω. Η λέξη η ίδια το μαρτυράει. Τσαρούχια από τομάρι γουρουνιού. Όταν τα Χριστούγεννα ή τις απόκριες σφάζανε τα γουρούνια δεν πεταγόταν τίποτα. Μαδάγανε όλο το τομάρι, και τα τσιουλιακά, που ήταν και τα μαλακά μέρη του τομαριού, τα έβραζαν, τα έκοβαν κομματάκια, τη σκόρτσα και τα έριχναν στη λαγίνα μαζί με το σύγκριατο και τις τσιγαρίδες. Το μέρος της ράχης,που ήταν σκληρό και γερό, το κρατάγανε για να φτιάξουνε τσαρούχια.
Ο δημόσιος δρόμος ήταν η πίστα που παίζαμε όλα μας τα παιχνίδια. Παιχνίδια όχι βέβαια σαν αυτά που έχουν σήμερα οι νεολαίοι. Αυτά δεν είναι τίποτα.Ένα στεφάνι από τυροβάρελο μπορούσε να μας δόσει μεγαλύτερη χαρά από αυτή που δίνει σήμερα ένα αυτοκίνητο Ηonda ή ένα Τζιπ SUZUKI ή μια μηχανάρα τούρμπο DUCATI. Εμείς είχαμε άλλα πράγματα. Με μια μαγκούρα φτιαγμένη από σκληρό σύρμα, κυλώντας το στεφάνι, ξεκινάγαμε από την εμπατή του χωριού, φτάναμε μέχρι τη διακλάδωση και πάλι πίσω λαγκοδέρνοντας.Ήθελε τέχνη και προπόνηση για να οδηγήσεις ένα στεφάνι και μη γελάτε. Να κυλάει όρθιο, γιατί βάιζε πότε δεξιά και πότε ζερβά. Μερικές φορές είχαμε και παραμαζόματα. Ποιος θα πάει και θα γυρίσει πρώτος. Φυσικά κέρδιζε όποιος ήξερε πουλάλα.
Τι; Δεν είχαμε αυτοκίνητα; Βεβαίως και είχαμε. Τα καροτσίνια. Παίρναμε ένα άροζο κούτσουρο (συνήθως κρυφά), από την τρακάδα που ήσαν τα καψόξυλα και το πηγαίναμε στην κορδέλα για να μας κόψει ο μάστορης ρόδες. Φυσικά με χίλια παρακάλια και με το αζημείωτο αφού θα του κάναμε κανα θέλημα. Γι’ αυτό βάναμε το Χρήστο που ήταν σ’αυτά μαλιγούρδας. Τρουπάγαμε λοιπόν τις τέσσερες ρόδες στο κέντρο και περνάγαμε μέσα έναν πύρο. Ενώναμε τους πύρους με ένα πάτωμα από παΐδες και για τιμόνι δέναμε δεξιά και αριστερά, τον μπροστινό πύρο, με ένα κομμάτι από τριχιά, σαν γκέμια ας πούμε, και το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο για κυκλοφορία. Χωρίς σκοτούρες για άδεια κυκλοφορίας,ΚΤΕΟ ή κάρτα καυσαερίων. Για κάρτα καυσαερίων δεν είμαι σίγουρος αν χρειαζόταν γιατί από το πολύ το τσιούλημα ,στις μεγάλες αποστάσεις,ο πύρος έβγαζε καπνό,τύκλωνε ο τόπος που πολλές φορές μάλιστα άναβε φωτιά. Αυτό μας έβαζε σε μεγάλους μπελάδες γιατί μας αχρήστευε τις ρόδες και άντε να ξανακόψεις άλλες. Γι’αυτό, στον πύρο, κάθε τόσο, ρίχναμε λάδι μεταχειρισμένο, μαύρο, από την κορδελομηχανή, από αυτό που ο κορδελάς λάδωνε την πριονοκορδέλα. Κατά τα άλλα, ανέξοδα. Δεν είχαμε ανάγκη ούτε από βενζίνη ούτε από πετρέλαιο. Ας ήταν καλά αυτός που μας έσπρωχνε. Γινόταν βέβαια και αλλαγή. Αυτός που έσπρωχνε καθόταν μετά στο τιμόνι. Του Γιώργη, ο θείος, που ήταν μαραγκός, του είχε φτιάξει και κουβούκλιο που όταν εμείς οι άλλοι το είδαμε μας βάρεσε νταουζάκος. Γυρίζαμε γύρω-γύρω και το γκουρλοματιάζαμε. Αυτά τα παιχνίδια τα παίζαμε ακόμα και γκοτζιάμου νταβλαράδες. Και μη νομίζει κανείς ότι αυτά ήταν όλα κι όλα τα παιχνίδια μας. Λάθος μέγα. Και μπάλες είχαμε και γήπεδα και απ’ όλα. Μόνο που το τόπι ήταν από ρουμπιά. Ένα κομμάτι γερό ρουμπί, αν είχαμε καραβόπανο (αρπάζαμε στη ζούλα κανα ρετάλι από το σαμαρτζή), ακόμα καλύτερα. Το παραγεμίζαμε με κουρέλια και μας το’ ραβε η μάνα μας γύρω-γύρω όπου γινόταν άλλοτε στρογγυλό και άλλοτε στραβοσάγονο. Το ίδιο έκανε. Μια χαρά ήταν. Τη δουλειά την έκανε. Πολλές φορές μάλιστα αντί για τόπι βάναμε…ένα κότσιαλο!!
Και γήπεδα είχαμε για να παίξουμε ποδόσφαιρο. Στα χωράφια, που έτσι και δεν ήταν ξελιθαρισμένα χτυπάγαμε τα νύχια μας στα λιθάρια και τα πόδια μας ήταν γεμάτα πληγές.Πολλές φορές μάλιστα,ήταν τέτοιο το πάθος μας που δεν περιμέναμε να σπαργουνιάσει η πληγή. Την κατουράγαμε και…περδίκι!! Ούτε ψίλος στον κόρφο μας. Συνεχίζαμε για να μην χαλάσουμε και το παιχνίδι. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που μαλώναμε γιατί είχαμε βάλει γκολ… με πέτρα. Την ξεγαστουκάγαμε στη φούρια μας κατά λάθος…αντί για το τόπι. Τα πόδια μας ήσανε τροχίλια. Τα νύχια μας σάψαλο. Από την ξυπολυσιά ακόμα και λιθαροπάτη βγάζαμε. Μεγάλο μπελά που μας έβγαζε έξω από το παιχνίδι πολλές αγωνιστικές. Αν σκιζόταν το παπούτσι το μποροκλίζαμε αμέσως όπως–όπως. Δέναμε τη σόλα σουρτοθήλι με κλονά ή με σύρμα που βγάζαμε, επί τόπου, κρυφά από κανα φράχτη και συνεχίζαμε το παιχνίδι. Πολλές φορές, αν το βάρεμα ήταν σοβαρό παίρναμε τον τραυματία καλικούτσια και τον πηγαίναμε στο σπίτι του.
Μεγάλη χαρά είχαμε και με άλλα παιχνίδια. Την αμπάρτσα τον κλίτσικα, το Λεωνίδα, τις αμάντζες, τη μακριά γαϊδούρα, το τοκάτσι, τη γουρουνίτσα την κουρμπανιά και πάρα πολλά άλλα. Μερικές φορές τα βράδια, όταν μούσγωνε ή όταν έβρεχε και δεν μπορούσαμε να παίξουμε όξω, κάναμε παρέες και παίζαμε μπίζ, στουμποχέρι, τσμπιριώτισσα, βίζιουλα κ.α. Όλα αυτά τα παιχνίδια τα παίζαμε εμείς τα παιδιά της τότε εποχής αλλά και αργότερα και μας έδιναν χαρά που δεν περιγράφεται. Τα δίσεκτα και χαλεπά χρόνια της κατοχής και ψωμί τρώγαμε και γλυκά και φαγητό και για απεριτίφ μια κουταλιά μουρουνόλαδο που όταν ερχόταν η ώρα να το καταπιούμε κρυβόμαστε στην άκολη την τρούπα για να μη μας βρούνε ή μας ξετρύπωναν από τον αχυριώνα. Και πάλι έπρεπε να μας τάξουν λαγούς με πετραχήλια για να το πιούμε.
Δεν ξέρω γιατί κάθε φορά που περιγράφω κάτι, αναγκάζομαι να το εξηγώ. Ας τα κάνω λοιπόν λιανά. Όταν κάψανε οι γερμανοί το χωριό, κάηκαν και τα σιτάρια που ήσαν στα κασόνια ή χωμένα σε καταφύγια. Το σιτάρι, το μισό σπυρί ήταν μαύρο, καημένο, και το άλλο μισό ίσια που ροϊδίνιζε. Το αλέθαμε και το κάναμε μαύρο ψωμί. Πώς μύριζε; Μα σαν πεντασπάνι! Και μιας και είπα πεντασπάνι,…είχαμε και πεντασπάνι. Τα γκόρτσα αχλάδια, τις ζούλες, τα ξεραίναμε τα αλέθαμε και τα κάναμε και αυτά ψωμί!! Αυτό το κέικ πολλές φορές σφύριαζε μέσα μας, η κοιλιά μας γινόταν τάμπαρο και για να μαλακώσει, μαζί με τα άλλα γιατροσόφια και ματζούνια που πίναμε, πολλά παιδιά είχαν πιει και γαϊδουρόγαλο που έλεγαν ότι ήταν σωτήριο για τέτοιες ανημπόριες. Ψωμί για να φτιάξουμε είχαμε και άλλες επιλογές. Από βελάνια! Ναι,ναι, καλά ακούσατε. Από βελάνια!!! Το καρβέλι από βελάνια ήταν σαν σαπούνι. Βλέπαμε, σπάνια, μερικά παιδιά να κρατάνε άσπρο ψωμί και μας έπιανε μαρμάγκα. Όσο για φαγητό πολλές φορές πηγαίναμε και παίρναμε από αυτό που μοιράζανε στα συσσίτια. Συνήθως φακές ή ρεβύθια, που ήταν γεμάτα μπαμπουγέρια και όταν τα έβραζαν στο λεβέτι, μόλις ζεσταινόταν το νερό, στο πάνω μέρος του καζανιού κόρφιαζαν τα ζωίφια που έβγαιναν μέσα από τα σπόρια. Ακόμα και πίγουλη έβραζαν που μέσα στο λεβέτι την έκοβες με το πριόνι. Πολλές φορές για να αδειάσει το λεβέτι και να ξεμπερδεύουν αυτοί που μοίραζαν γλήγορα, μας ντάβλωναν ένα ντέλο και η μουρχούτα ή το αλουμινένιο πιάτο ξεχείλαγαν και διαγουμιόταν στο δρόμο το μαγείρεμα. Μερικοί έφεναν χερότεσα για να πάρουν φαΐ για όλη τη φαμελιά.
Τυχεροί ήσαν όσοι είχαν πρόβατα ή γίδια. Λιγοτάρικα βέβαια τα κοπάδια και χωρίς μεγάλα στανατόπια.Την παίρναγαν όμως κοκάνι.Με το γάλα τους,την κολόστρα, το κορκοφίτζι,τα συγκάθια τη στριγκλιάτα και άλλα. Μερικοί έπιναν και άβραστο τυρόγαλο. Χώρια το τυρί και τη διαργούτη. Περίσσευε να πάνε στις γιορτές στον Παπά, στο Δάσκαλο στη Μαμή και στον αγροφύλακα. Τι ήταν η Μαμή; Ελάτε τώρα! Αυτή μας που ξεγεννούσε. Μεγάλη μας μέρα ήταν όταν έβγαζαν τα σιδερένια βαρέλια που άδειαζαν όταν μοίραζαν τη γλυκόζη που είχαν μέσα. Παραφυλάγαμε καραούλι εμείς τα παιδιά και τρέχαμε ποιος θα φτάσει πρώτος στο βαρέλι, με αναφανταλιές, γιατί αυτός θα είχε το πλεονέκτημα να μπει πρώτος και να αρχίσει το δαχτύλισμα μαζεύοντας με το δάχτυλο τη γλυκόζη που είχε κολλήσει στον πάτο ή στα πλαϊνά του βαρελιού. Να βάλουμε στο στόμα μας, στον καταπίτη,έστω και μια τζιτζίνα να γλυκαθούμε. Συνήθως τουρλοκολιάζαμε το βαρέλι για να μπούμε μέσα και να φτάσουμε τη γλυκόζη. Παλεύαμε σαν τα γκατζιόνια. Ο Γιώργης μια βολά, στη βιασύνη του, ασυγκράτητος, για να πιάσει πρώτος δουλειά, με το ζαρμπί του, ανέβηκε ακουμπέτι απάνου στο βαρέλι,προτού το ρίξουμε κάτου, έπεσε κατωκέφαλα μέσα και έβαλε τα σκουσμάρια. Είδαμε και πάθαμε για να τον βγάλουμε. Όταν βγαίναμε από το βαρέλι τα σκουτιά μας κόλλαγαν, και τα μαλλιά μας, που ακούμπαγαν στα πλάγια του βαρελιού, δεν ξεκόλλαγαν από το κεφάλι μας.
Οι μεγάλοι, όταν μας μπλουστρίζανε σ’ αυτό το φαγοπότι, μας μάλωναν και μας κυνήγαγαν. Ρε κονταρεμένα θα σας πιάσει τίποτα. Φεύγατε από κει ρε αχρόνιαγα γλήγορα. Στάσου να σε πιάσω ρε σιταροφαγωμένο. Εμείς όταν τσουλαφιαζόμαστε λακάγαμε. Πολλές φορές όμως, μας έβρισκαν μέσα στο βαρέλι, μας έπιαναν από την ασκούτα, μας τράβαγαν όξω, τρώγαμε και καμιά μπούφλα και είχαμε κακά ξεμπερδέματα.
Αργότερα με τα χρόνια, όταν ησύχασαν τα πράματα είχαμε βέβαια άλλες δυνατότητες. Ψωμί σιταρένιο,χάσικο και τη μπομπότα που ήταν βέβαια γιορτινό ψωμί. Μην αρχίσουμε τώρα για το Γυμνάσιο που παίρναμε ένα ταγάρι στην πλάτη με ένα καρβέλι ψωμί,μερικά ξύλα παραμάσχαλα για τη σόμπα μας ,ένα δίφραγκο στην τσέπη,για να αγοράσουμε απ’ ούλα και ποδαρόδρομο μέχρι τη Βυτίνα ή το Λεβίδι. Εδώ τα μολογήματα του γυμνασίου και ένας πολυσέλιδος τόμος δεν θα τα χωρέσει! Γλυκά δεν είχαμε; Ποιος το είπε; Και λατζίτες είχαμε. Αργότερα φυσικά. Αυτές όμως σε κανα γιορτοφόρι όταν παίρναμε μπάλα τα σπίτια που είχαν γιορταζούμενο για χαιρετούρα και γεμίζαμε τις τσέπες μας ,χύμα, λατζίτες, κοκόσιες,που και που κανά τσαπελόσυκο. Στο δρόμο, φλετουράγαμε από τη χαρά μας και ασίφταγα, γλύφαμε τη ζάχαρη από τις λατζίτες. Κάποια νοικοκυρά, μια φορά, τράταρε την παρέα μας, για κέρασμα, ένα πιάτο τραχανά που ήταν δραπέτσι γιατί ήταν πολυγκαιρνός. Σε ένα άλλο σπίτι,στην οξόπορτα, μας φιλέψανε πορτοκαλόφλουδες. Ότι καλό είχανε το φυλάγανε για τους μεγάλους που θα ερχόσανε να χαιρετήσουν. Τυχερή ημέρα του Αγιαννιού που ήσαν πολλοί οι Γιάννηδες. Και οι μεγάλοι γύριζαν στα γιορτοφόρια και χαιρετούσαν.Φόραγαν τα γιορτινά τους. Στη χωρίστρα για να κάθεται και να γυαλίζει έβαζαν λάδι, αντί για μπριγιόλ. Κάποιος έβαζε ξυδόλαδο. Ακόμα και ασπράδι αβγού ή ζαχαρόνερο βάνανε για να κοκκαλώνει. Το γυρολόγι άρχιζε από νωρίς. Ήταν ντροπή να μην πας να χαιρετήσεις όλους ανεξαιρέτως αυτούς που γιόρταζαν.Όσοι είχαν όργανα πίπιζα ή νταούλι, με ένα ταγάρι στην πλάτη, γύριζαν όλα τα σπίτια και το κέρασμα γινόταν στην αυλή.Βιαστικά για να προλάβουν να χαιρετήσουν όλους τους γιορταζούμενους και να μην μείνει κανένας παραπονούμενος.Όσοι είχαν κέφι έφερναν και καμιά φούρλα στο χορό. Το κρασί, αν και μερικές φορές ήταν τουρλιαμπάκος ή κοψιάς άλλαζαν ο ένας με τον άλλο την τσίτσα και το έτσουζαν για καλά. Στο σπίτι όταν γύριζαν, πολλές φορές τρεκλίζοντας, άδειαζαν χάμου το ταγάρι με τα λογής λογής φιλέματα και τα ταξινομούσαν το καθένα στη σόρτα του. Αργότερα σιγά-σιγά η κατάσταση ξαστέρωσε και τα πράματα ήσαν διαφορετικά. Ας μην ξεχνάμε ότι την ίδια εποχή σε άλλες περιοχές,η πείνα οι αρρώστιες και η ανέχεια θέριζαν ζωές!!
Τα μολογήματα όμως, εδώ που τα λέμε, είναι τόσα πολλά που δεν έχουν σταματημό. Γέλια και δάκρυα μαζί έρχονται όταν τα θυμάται κανείς. Γιατί εμείς είμαστε τυχεροί που ζήσαμε δύο εποχές.Την εποχή της ανέχειας και τη σημερινή, που δόξα στο Θεό δεν μας λείπει τίποτα. Τα θυμόμαστε όμως με νοσταλγία με καλωσύνη και όχι με παράπονο ούτε με πίκρα και χωρίς βαρυγκόμηση. Βέβαια μπορεί μερικά παιδιά, της ίδιας γενιάς, που σήμερα φυσικά δεν θα είναι πια παιδιά, να διαφωνούν, γιατί πιθανόν αυτά που περιγράφονται να μην τα έζησαν. Ή να μην τα έζησαν ακριβώς έτσι. Για να το λένε, έτσι θα είναι. Καμία αντίρρηση. Μπράβο που πέρναγαν καλύτερα. Είχαν τύχη βουνό!!!
Δια χειρός: Αθανασίου Γ. Κουτσούγερα – Δάσκαλου
Κατάλογος σημαντικότερων οπλαρχηγών των επαρχιών της Πελοποννήσου κατά την Επανάσταση του 1821!
Ακολουθεί ο κατάλογος με τα ονοματεπώνυμα των σημαντικότερων οπλαρχηγών (καπετανέων) των επαρχιών της Πελοποννήσου κατά την Επανάσταση του 1821. Χρησιμοποιείται η διοικητική διαίρεση των επαρχιών (καζάδων) κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας.
Συμπεριλαμβάνεται χάρτης με τα όρια και τις έδρες των καζάδων, τα ονόματα των τμημάτων τους (κόλια ή σέμτια) ή ονόματα σημαντικών χωριών ή συστάδων χωριών. Επίσης γίνεται και πληθυσμιακή εκτίμηση των επαρχιών αυτών με βάση υπάρχοντα στοιχεία, για την περίοδο πρακτικά μετά την άλωση της Τριπολιτσάς – έδρας του πασαλικίου του Μοριά.
Οι οπλαρχηγοί που περιλαμβάνονται είναι οι σημαντικότεροι, με βάση τη φήμη τους (μέσα απο τα απομνημονεύματα των αγωνιστών), την στρατιωτική τους δύναμη ή το μέγεθος των χωριών τους, με βάση κυρίως τα στοιχεία του Φωτάκου. Προφανώς η πληθυσμιακή αναλογία ορεινών με πεδινά-αστικά μέρη την εποχή εκείνη ήταν αντιστρόφως ανάλογη των περιόδων ειρήνης και πολιτισμένης διοίκησης.
Κατά τον Πουκεβίλ (1805) η Πελοπόννησος κατοικούταν από 400.000 χριστιανούς, 4.000 εβραίους και 15.000 μωαμεθανούς. Ο πληθυσμός των μωαμεθανών φαίνεται ότι είναι υποτιμημένος. Προσθέτοντας και τα στρατεύματα που στάθμευαν στον Μοριά προεπαναστατικά οι μωαμεθανοί στην χερσόνησο ήταν μάλλον πάνω από 40.000. Όσον αφορά τη διαίρεση των επαρχιών τα στοιχεία του Γάλλου περιηγητή είναι ακριβέστερα.
Διοικητικά το πασαλίκι του Μοριά χωριζόταν σε 24 βιλαέτια.
1. Τριπολιτσάς, πόλη
2. Τριπολιτσά, τα χωριά
3. Καρύταινας
4. Φαναρίου
5. Λάλα
6. Πύργου
7. Γαστούνης
8. Πάτρας
9. Καλαβρύτων
10. Βοστίτσας
11. Κορίνθου
12. Ναυπλίου
13. Αγίου Πέτρου (με τμήμα Αργολίδας, Ερμιόνης και Τροιζήνας)
14. Άργους
15. Μυστράς, πόλη
16. Μυστράς, τα χωριά
17. Μονεμβασιάς
18. Λεονταρίου
19. Ανδρούσας
20. Καλαμάτας
21. Κορώνης
22. Μεθώνης
23. Ναβαρίνου
24. Αρκαδιάς
Εκκλησιαστικά τα πράγματα ήταν πιο πολύπλοκα.
Υπήρχαν 6 μητροπόλεις:
1. Μονεμβασιάς
2. Ναυπλίου
3. Κορίνθου
4. Πάτρας
5. Χριστιανουπόλεως (η Αρκαδιά, ονομάζεται έτσι αποκλειστικά από την εκκλησία)
6. Λακεδαίμονος
5 αρχιεπισκοπές (!):
1. Δημητσάνας
2. Ωλένου, έδρα στην Γαστούνη
3. Ζαρνάτας, έδρα στο Βαρούσι
4. Χρονίου και Καλαβρύτων, έδρα στα Καλάβρυτα
5. Λαγκαδίων, έδρα στην Άκοβα
και 8 επισκοπές:
1. Κορώνης
2. Μεθώνης
3. Ανδρούσας
4. Καρυούπολης (στους Κακαβουλιώτες Μανιάτες)
5. Βρεσθένης
6. Ρέοντος και Πραστού
7. Αμύκλων
8. Έλους
Βασιζόμενοι σε χάρτη των ορίων των καζάδων του Μοριά, δημιουργήσαμε ένα λεπτομερέστερο χάρτη τοποθετώντας και τις εσωτερικές τους υποδιαιρέσεις (σέμτια, κόλια, συστάδες χωριών, σημαντικά ή διάσημα χωριά κατά την περίοδο που μας ενδιαφέρει).
Τα πληθυσμιακά στοιχεία είναι με βάση την εκτίμηση της πρώτης μεταεπαναστατικής ελληνικής “Υπέρτατης Διοίκησης” από το 1823, αλλά πρακτικά ισχύουν τα ίδια για την περίοδο μετά την άλωση της Τριπολιτσάς. Υπάρχουν ακόμα Τούρκοι κάτοικοι και στρατιώτες στο φρούριο της Πάτρας 9.000, στο καστέλι του Μοριά (Ρίο) 1.200, στην Μεθώνη 4.500 και στην Κορώνη 1.800. Αυτοί οι πληθυσμοί ενισχυμένοι από τα αραβικά στρατεύματα του Ιμπραήμ μετά το 1825 παρέμειναν στα ίδια μέρη μέχρι την τελική εκδίωξή τους όταν έληξαν οι εχθροπραξίες. Ο ελληνικός πληθυσμός γνώρισε μείωση (νεκρούς και αιχμαλώτους) σε σχέση με τα στοιχεία του 1823 κατά την δήωση της Πελοποννήσου από τον Ιμπραήμ. Από τον πίνακα απουσιάζουν οι αριθμοί για τον καζά Πραστού (Τσακωνιά), Υδρα, Σπέτσες, Πόρο και Αίγινα, αν και δεν άνηκαν συνολικά στον Μοριά, εκτιμώνται με βάση την απογραφή του 1834.
Ο δημογραφικός πίνακας έχει ως εξής:
Με βάση την διαίρεση του Φωτάκου των “όπλων της Πελοποννήσου” ακολουθούν οι λίστες των καπετανέων του 1821 επικεφαλής Πελοποννησίων ή μη που έδρασαν στην Πελοπόννησο. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται αυτοί οι Υδραίοι και Σπετσιώτες που έδρασαν στην ξηρά και όχι στο ναυτικό των νησιών τους. Επίσης Ζακυνθινοί, Κεφαλλήνες, Αϊβαλιώτες και άλλοι που έσπευσαν στην Πελοπόννησο με την έναρξη ή κατά την διάρκεια της Επανάστασης και συμπεριλήφθηκαν στα πελοποννησιακά στρατεύματα. Ιδιαίτερη μνεία κάνει ο Φωτάκος στους κληρικούς που σχημάτισαν και οδήγησαν στρατιωτικά σώματα στις μάχες καθώς και στους “βλαχοποιμένες” νομάδες Ρουμελιώτες που ζούσαν κατά γενιές στον Μοριά και συνεισέφεραν στρατιωτικά στις μάχες και οικονομικά προσφέροντας ζώα από τα κοπάδια τους.
Επαρχία Πατρών
1. αδελφοί (Κουμανιώτες) Χρυσανθακόπουλοι, Θάνος, Κωνσταντίνος (Ζώρας), Δημήτριος, Σταμάτης και Αγγελής, από Πάτρα
2. Γεώργιος Γιαννιάς, από Προστοβίτσα (Δροσιά)
3. Παναγιώτης Καρατζάς (Αναστασόπουλος), από Πάτρα
4. αδελφοί Νεζερίτες, παιδιά του Παναγιώτη
5. αδελφοί Μοθωνοί, Κανέλος, Παναγιώτης και λοιποι
6. Αντώνιος Καλαμογδάρτης
7. Αθανάσιος Σαγιάς, από Ζουμπάτα
8. Δημήτριος Νενέκος, από Ζουμπάτα
Επαρχία Βοστίτσης
1. Ανδρέας Λόντος, στρατιωτικός αρχηγός επαρχίας
2. Δημήτριος Μελετόπουλος
3. Ιωάννης Φεϊζόπουλος
4. Κωνσταντίνος Ορεινός η Χιλίαρχος
5. Γεώργιος Ροδόπουλος, από Τσετσεβά (Εριννέος)
Επαρχία Καλαβρύτων
1. Σωτήριος Χαραλάμπης, στρατιωτικός αρχηγός σεμτίων (τμημάτων) Κατσάνας και Χασίων
2. Ανδρέας Ζαΐμης, στρατιωτικός αρχηγός τμήματος Νεζερών
3. Παναγιώτης Φωτήλας, στρατιωτικός αρχηγός τμήματος Λειβαρτσίου
4. Πετιμεζαίοι, Αναγνώστης, Κωνσταντίνος, Βασίλειος και Νικόλαος, από Σουδενά
5. Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, από Αγ. Βαρβάρα
6. Νικόλαος Φραγκάκης
7. Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, από Σοπωτό
8. Αδελφοί Λεχουρίτες, Αναγνώστης, Γεώργιος και Νικόλαος από Λεχούρι
9. αδελφοί Γιαννακόπουλοι, Γεώργιος, Κωνσταντής και Δημήτριος, από Λειβάρτσι
10. Δημήτριος Ινδαρές, από Λειβάρτσι
11. Θεόδωρος Σακελλαρίου, από Φίλια
12. Νικόλαος Χρηστόπουλος, από Φίλια
13. Χονδρογιανναίοι, ο γέρων και τα παιδιά του, από Μαζέικα
14. Γιαννάκης Ντόλκας, από Μαζέικα
15. Γεώργιος Δημόπουλος, από Μαζέικα
16. Σταμάτης Μποτιώτης
17. Αδελφοί Παπαδαίοι, Σωτήριος και Γεώργιος, από Μάζι
18. Αθανάσιος Φεφές, από Μάζι
19. Αθανάσιος Κωστόπουλος, από Μάζι
20. Γιαννάκης Βύρας, από Κρινόφυτα
21. Θεόδωρος Κολόκας,
22. Χρήστος Κολοβός, από Παγκράτι
23. Σπύλιος Αργυρακόπουλος, από Σουδενά
24. Νικόλαος Χριστοδούλου, η Σολιώτης
25. Κωνσταντής Μακρής, από Λυκούργεια
26. Μήτσος Ντούρος, από Λυκούργεια
27. Ασημάκης Σκαλτσάς, από Σουδενά
28. αδελφοί Νικολόπουλοι, Ανδρέας (Χαϊντάς) και λοιποί από Καλάβρυτα
29. Αναγνώστης Στριφτόμπολας, Μεσορούγι Κλουτσίνας
30. Σπύρος Ευσταθίου (Καρασπύρος), από Νεζερά
31. Μουρλογεώργης, από Σκούπι
32. Ιωάννης Σακελλαριάδης, από Σοπωτό
33. Νικηφόρος, ηγούμενος μονής Νεζερών
34. Νεκτάριος, μοναχός από Καλάβρυτα
Επαρχία Γαστούνης
1. Αδελφοί Σισίνη, Χρύσανθος, Μιχαλάκης και Νικόλαος
2. Αναγνώστης Ματσούκας, από Αλητσελεπή
3. καπεταν Κωνσταντής, από Ανδραβίδα
4. αδελφοί Καραμεραίοι, Δημήτριος, Αναστάσιος και Μιχάλης
Επαρχία Πύργου
1. Χαράλαμπος Βιλαέτης
2. Λύσανδρος Βιλαέτης
3. Αναγνώστης Παπασταθόπουλος
4. Κωνσταντίνος Γκίκας
5. Πέτρος Μήτσος
6. Αλέξιος Μοσχούλας, από Αγουλινιτσα
7. Κυπριανός και Νάρκισος ή Ριγανάκης (Πετρόπουλος) από Μαγούλιανα Καρύταινας, ηγούμενοι μονής Φραγκοπηδήματος
Επαρχία Κορίνθου
1. Ιωάννης Νοταράς
2. Παναγιώτης Νοταράς
3. Γεώργιος Λύκος, από Χέλι
4. Χατζή Γιάννης, από Σοφικό
5. Νικόλαος Οικονόμου και οι αδελφοί του, από Γκούρα του Φονιά
6. Τομαραίοι, από Τρίκαλα
7. Γεώργιος Δανόπουλος, από Άγιο Γεώργιο (Νεμέα)
8. Αδελφοί Γιουρούκη, Γιαννάκης και Φίλης, από Κόρινθο
9. παπά Νίκας, από Καστανιά
Επαρχία Αιγίνης
1. Σπυρίδων Μάρκελος
2. Γεώργιος Λογιωτατίδης
Μέγαρα
1. Γεώργιος Δασκαλόπουλος
2. Γιάννης Χατζημελέτης
3. Διονύσιος Πανούσης
Πόρος και Δαμαλάς
1. Χριστόδουλος Ποριώτης
2. Διονύσιος Ντουζήνας
Επαρχία Ναυπλίου
1. Αναγνώστης Αναστασόπουλος, από Λιγουριό
2. Γεώργιος Αγαλλόπουλος, καταγόμενος από Μυστρά
3. παπά-Αρσένης Κρέστης, από Κρανίδι
4. Αναγνώστης Ζέρβας, από Κρανίδι
5. Νικόλαος Γεωργίου Λάμπρου, από Κρανίδι
6. αδελφοί Μήτσα, Ιωάννης και Σταμάτης, από Καστρί
7. παπα-Γεώργιος Βελίνης
Επαρχία Άργους
1. οκογένεια Παπαλεξόπουλου
2. οικογένεια Βλάση, πρόκριτοι Άργους με καταγωγή από Κοτίτσα Αρκαδίας
3. Τάσος Νέζος, από Κουτσοπόδι
4. Κωνσταντίνος Κακάνης
5. καπετάν Μαντάς
6. Μπεκιάρης Γεώργιος, από Μπούντια
7. Γιαννάκος Νταγρές, από Καρυαίς
8. Δημήτριος Τσώκρης, από Άργος
9. Αθανάσιος Ασημακόπουλος, από Άργος
10. αδελφοί Δούσια, Κωνσταντής και Παναγιώτης, από Αχλαδόκαμπο
Τσακωνιά
1. αδελφοί Καραμάνου, Δημήτριος και Γιαννούλης
Γεώργιος Μιχαλάκης, από Λεωνίδιο
2. Θεόδωρος Γουλελός, από Λεωνίδιο
3. Παναγιώτης Σαράντης, από Λεωνίδιο
Επαρχία Μιστρά
1. Σακελάριος Καλογονιώτης
2. Τσανετάκης Γιαννέτας
3. Οικονόμος Καλομοίρης, από Βορδώνια.
4. Ηλίας Μπισμπίκης
5. Αντώνιος Νικολόπουλος, από Λογκάστρα
6. Δημήτριος Ζωγράφος, από Βορδώνια
7. αδελφοί Γιατρακαίοι, Παναγιωτάκης και λοιποί
8. αδελφοί Ζαχαρόπουλοι, Θοδωρής, Ανδρέας και Σωτήρος, γιοι του καπετάν Ζαχαριά
9. Πέτρος Αναγνωστόπουλος ή Μπαρμπιτσιώτης
10. Παρασκευάς Ματαλάς, από Άρνα
11. Αναγνώστης Τσορτσάκης, από Καστανιά
12. Αντώνιος Κουμουστιώτης, από Κουμούστα
13. Γεώργιος Σκλαβοχωρίτης
14. Ιωάννης Καψαμπέλης, καταγόμενος από τα Ολυμποχώρια
15. Αναγνώστης Κουμάνταρος, από Βαμβακού
16. παπά Γιάννης Αθανασόπουλος
Επαρχία Μονεμβασιάς
1. οικογένεια Καλογερά
2. Νικόλαος Ντρίβας
3. οικογένεια Δεσποταίων
Επαρχία Λεονταρίου
1. οικογένεια Φλεσσαίων, Γρηγόριος παπά-Φλέσσας, Δημήτριος Ηλίου Φλέσσας, Νικήτας Φλέσσας και λοιποί, από Πολιανή
2. Νικήτας και Χριστόδουλος Δικαίος, από Πολιανή
3. Ἀ. Κουλόχερας, από Λεοντάρι
4. Ἀ. Κουμουνδούρος από Κραμποβό
5. Στασινός Ντουρέκας, από Λεοντάρι
6. αδελφοί Μπουραίοι, Κώστας, Ζαφείρης και Παναγιώταρος, από Κωνσταντίνους
7. Αναγνώστης Παπαγεωργίου ή Αναγνωσταράς, από Πολιανή
8. Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς και αδελφός του Νικόλαος
9. Λιάκος Πετρόπουλος, από Σινάνου
10. Γιαννάκης Καπούτσης, από Σινάνου
11. Δημήτριος Μηλίτσης, από Αρφαρά
12. Ιωάννης Καρακίτσος, από Κατσαρού
Επαρχία Κορώνης
1. αδελφοί Καραπαύλοι, Ηλίας, Ιωάννης και Κωνσταντίνος
2. Παπαφώτης, από Κορώνη
3. Μελέτιος Αρχιμανδρίτης
4. Γεώργιος Μακρής
5. Θεόδωρος Δαριώτης
Επαρχία Ανδρούσης
1. Δημήτριος Παπατσώνης, από Ναζίρι
2. Μητροπέτροβας, με τους συγγενείς του από Γαράντσα
3. Παναγιώτης Κεφάλας, από Δυρράχι
Επαρχία Μεθώνης
1. Νικόλαος Γεωργακόπουλος ή Μοθωνιός
Επαρχία Νεοκάστρου
1. Νικόλαος Οικονομίδης
Επαρχία Αρκαδιάς (Τριφυλίας)
1. αδελφοί Μέλιοι, Γιαννάκης, Κωνσταντής και Δημήτριος, από Κούβελα
2. Παναγιώτης Ντούφας, από Κούβελα
3. Γεώργιος Συράκος, από Ψάρι
4. Μήτρος Αναστασόπουλος, από Αετό
5. Ιωάννης Γκρίτσαλης και αδελφός του Δημήτριος, από Ψάρι
6. Αθανάσιος Γρηγοριάδης, από Αρκαδιά (Κυπαρισσία)
7. Νικόλαος Πονηροπουλος, από Αρκαδιά (Κυπαρισσία)
8. Οικονόμος Παπατσώρης και τα παιδια του, Αδάμ και Αναγνώστης, από Σουλιμά
9. Δημήτριος Σελέτος
10. Αναγνώστης Τσοχαντάρης, από Βλάκα (Χρυσοχώρι)
11. Χριστόφορος Ζαχαριάδης, από Αρκαδιά (Κυπαρισσία)
Επαρχία Καλαμών
1. Ιωάννης, Αθανάσιος και Κωνσταντίνος Κυριακού
2. Παναγιώτης Αθ. Τσάνες
3. Πανάγος Ζάρκος, καταγόμενος από Ζυγοβίστι
4. Μηχανίδης
Επαρχία Μικρομάνης
Διονύσιος Βασιλείου
Επαρχία Νησίου
1. αδελφοί Καλαμαριώτες, Δημήτριος Κωνσταντίνος και Παναγιώτης
2. αδελφοί Δαρειώτες, Γεώργιος και Εμμανουήλ, από Δάρα Μεσσηνίας
3. Καλόγερος Πετράκης
4. Αναγνώστης Αργυράκης
Επαρχία Καρύταινας
1. Κολοκοτρωναίοι: Θεόδωρος, οι γιοι του Πάνος και Ιωάννης (Γενναίος), Αποστόλης, Δημήτριος (ή Ντασκούλης), Αντώνιος και ο γιος του Κωνσταντής, Μάρκος, από Λυμποβίσι Καρύταινας, στρατολογούσαν στο τμήμα Βουνών και Κάμπου Καρύταινας
2. Πλαπουταίοι: Κολιόπουλα, Δημήτριος, Γεωργάκης(Μπυρογεώργης ή Μαστρογεώργης), Παρασκευάς, Θανάσης, Γιαννίκος (γιος του Γεωργάκη) από Παλούμπα, στρατολογούσαν στο τμήμα της Λιοδώρας
3. αδελφοί Δεληγιανναίοι, Κανέλος, Δημήτριος και Νικόλαος, από Λαγκάδια, στρατιωτικοί αρχηγοί τμημάτων Λαγκαδίων, Άκοβας και Πέρα Μεριάς
4. αδελφοί Πετρακόπουλοι, Αναγνώστης και Γιάννης, από Λαγκάδια
5. Γεώργιος Σπηλιόπουλος, από Λαγκάδια
6. Γιάννης Θεοφιλόπουλος ή Τσάκαλος, από Λαγκάδια
7. Δημήτρης Δημητρακόπουλος, από Λαγκάδια
8. Κωνσταντής Μιχαλόπουλος, από Λαγκάδια
9. Αθανάσιος Κίντζιος και γιος του Μιχάλης, από Λαγκάδια
10. Ιωάννης Στρατηγόπουλος, από Λαγκάδια
11. Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος, από Ζυγοβίστι
12. Αθανάσιος Οικονομόπουλος, από Ζυγοβίστι
13. καπετάν Ρίζος, από Ζυγοβίστι
14. αδελφοί Καρδαρά, Αθανάσιος και Θεοδόσιος, από Ζυγοβίστι
15. Γεώργιος Παπακωστόπουλος, από Ζυγοβίστι
16. αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι, Νικόλαος και Σπύρος, από Δημητσάνα
17. Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος, από Δημητσάνα
18. αδελφοί Παπαζαφειρόπουλοι, Κωνσταντίνος και Οικονόμος (ιερέας) από Λάστα
19. Γεώργιος Αθανασιάδης, από Λάστα.
20. Πανουσάκος, από Παλούμπα Λιοδώρας
21. Νικόλαος Μπούκουρας, από Μαγούλιανα
22. Κωνσταντίνος Πετρόπουλος, από Μαγούλιανα.
23. Αργύριος Ζούβελος, από Μαγούλιανα.
24. Λιάκος Κοσμόπουλος, από Μαγούλιανα.
25. Νικόλαος Ταμπακόπουλος, από Βυτίνα
26. Ιεροδιάκονος Ιωσήφ Ταμπακόπουλος, από Βυτίνα, ηγούμενος Μονής Καισαριανής Αθηνών
27. Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος ή Κακλαμάνος, από Βυτίνα
28. Δημήτριος Σπυρακόπουλος, από Καρύταινα
29. Ανάστος Σαμαράνης, από Καρύταινα
30. Νικόλαος Μπαλαμπάνης, από Καρύταινα
31. Ανδρίκος Μιχαλόπουλος, από Καρύταινα
32. αδελφοί Ροϊλοί, Βασίλειος, Γεώργιος και Δημήτριος, από Στεμνίτσα
33. Αντώνιος Πελοπίδας, από Στεμνίτσα
34. Κωνσταντίνος Παπαθανασόπουλος, από Στεμνίτσα
35. Γιωργάκης Καψοκαλύβας, από Ζάτουνα
36. Στάϊκος Σταϊκόπουλος, από Ζάτουνα
37. Στέφανος Ιωάννου Ρολογάς, από Ζάτουνα
38. Ιωάννης Τρύφωνος Οικονομίδης, από Ζάτουνα
39. Φώτιος Δάρας, από Σέρβου
40. παπά-Σχίζας, από Σέρβου
41. Πανουργιάς, από Παλούμπα
42. Κωνσταντής Τσάκαλος, από Κοκορά
43. Δημητρακόπουλοι, Σταύρος, Γεώργιος Π. και Βασίλειος Αλωνίσταινα
44. Χρήστος Παναγούλιας, από Βαλτεσινίκο
45. Αναγνώστης Παπαδόπουλος, από Βερβίτσα (Τρόπαια)
46. αδελφοί Στασινόπουλοι, Γιαννάκης και Ανάστος, από Βυζίτσι
47. Αργύρης Αποσκίτης, από Βελημάχι.
48. αδελφοί Κάραλη, Γιαννάκης και Χρυσανθάκης, από Βελημάχι
49. Θεόδωρος Ασημακόπουλος, από Κοντοβάζαινα
50. Βαχλιώτες, Παρασκευάς (ή Τσαουσάκος) και Χρήστος, από Βάχλια
51. Καπογιαννάκης, από Ράχες
52. Θεοδωράκης Σουλιμιώτης
53. Σπήλιος Ζούτος, ή Σταματόπουλος, από Μοναστηράκι.
54. Σπήλιος Χελωνιάρης, από Δίβριτσα
55. Κωνσταντής Αναστόπουλος, από Νεμνίτσα
56. Πάνος Αναγνωστόπουλος, από Νεμνίτσα
57. Παναγιώτης Προύντσος, από Καρδαρά
58. Σωτήρος Παπαγιαννόπουλος, από Βαλτεσινίκο
59. Αδάμ Κορέλας, από Αρκουδόρεμα
60. Παναγιώτης Κλης, από Αρκουδόρεμα
61. Καφετσής, από Βλόγκον Λιοδώρας
62. παπά-Δημήτρης, από Χρυσοβίτσι
63. παπά-Δημήτρης, από Κορφοξυλιά
64. παπά-Γιώργης, από Λάτικα Λιοδώρας
65. Παπαγεωργάκης, από Μοναστηράκι
Επαρχία Τριπολιτσάς
1. Γεώργιος Σέκερης, αρχηγός των όπλων της επαρχίας Τριπολιτσάς
2. Βασίλειος Χρηστακόπουλος
3. Γεώργιος Διαμαντόπουλος, από Τριπολιτσά
4. Γεώργιος Σεχιώτης
5. αδελφοί Αρβάλη, Γεώργιος και Ευστάθιος, από Τριπολιτσά
6. Κωνσταντίνος Σκοντριάνος, από Κάψα
7. Παναγιώτης Κοκώνης, από Πικέρνι
8. Γεώργιος Μπηλίδας
9. Σωτήριος Σαρατσόπουλος, από Τριπολιτσά
10. Θανάσης Δεληγιάννης, από Άγιο Βασίλειο
11. Αλέξιος Νικολόπουλος, από Λεβίδι
12. Κολιός Μπακόπουλος, από Δάρα
13. Γεωργάκης Λαμπρόπουλος, από Δάρα
14. Ιωάννης Παπακώστας, από Δάρα
15. Γιαννάκος Κούρας
16. Νικολής Θεοδωρόπουλος (Πύρλας), από Τριπολιτσά
17. Μιχαήλ Κοτσονόπουλος, από Τριπολιτσά
18. Βασίλειος Κουρουσόπουλος, από Τριπολιτσά
19. Ιωάννης Μανιατόπουλος, από Τριπολιτσά
20. αδελφοί Πουρναραίοι, Παναγιώτης και Γεώργιος, από Περθώρι
21. Παπαγεώργης, από Περθώρι.
22. Σαράντος Παπαγιαννόπουλος, από Βαλτέτσι
23. αδελφοί Ρεβελιώτες, Γιάννης και Νικόλαος, από Τσιπιανά
24. Κωνσταντής Καρώνης, από Τσιπιανά
25. Κωνσταντίνος Διαμαντόπουλος, από Αγιωργίτικα
26. Μήτρος Μπαμπανικολός, από Μπερτσοβά
27. Πέτρος Μπακοδήμος, από Στενό
28. Λάμπρος Ριζιώτης, καπετάνιος των χωριών του κάμπου
29. Γιάννακας Αποστολόπουλος, από Βλαχοκερασιά
30. Γεώργιος Γαλής, από Βαλτέτσι
31. Αναγνώστης Λελάκης, από Τριπολιτσά
32. Γρηγόριος, ηγούμενος μονής Τσιπιανών
Επαρχία Αγίου Πέτρου
1. Αναγνώστης Κονδάκης και γιος του Ανδρέας
2. αδελφοί Ζαφειρόπουλοι, Παναγιώτης (Άκουρος), Κωνσταντίνος και Ιωάννης
3. Ιωάννης Θεοδοσίου Πέρβενας, από Κορακοβούνι.
Επαρχία Φαναρίου (Ολυμπίας)
1. Τσανέτος Χρηστόπουλος, και τα αδέρφια του Ζαρείφης και Γεώργιος, από Ανδρίτσαινα, αρχηγός της επαρχίας
2. Νικόλαος Ζαφειρόπουλος, από Ανδρίτσαινα
3. Βασίλειος Σακελαρόπουλος, από Ανδρίτσαινα
4. Αθανάσιος Σιόρης, από Ίσαρι
5. Νικολός Μποτσικάκης
6. Αθανάσιος Θάνος, από Σκληρού
7. Μήτρος Τσαβέλας, και ο γιος του Δημάκης, από Δραγώγι
8. Γιάννης Δημητρακόπουλος, από Αμπελιώνα
9. Παναγιώτης Λιμπερόπουλος, από Μάτεση
10. Μιχάλης Δραγουμανιώτης, από Δραγουμάνου
11. Δημητράκης Καράμπελας, από Κακαλέτρι
12. Γιάννης Θανασούλας, από Κράνα
13. Σάββας Χαρτουμπέκας, από Μακρύσια
14. Δημήτριος Πρωτόπαπας, από Μακρύσια
15. παπά Σακελλάριος, από Ανδρίτσαινα
Μάνη
1. Μαυρομιχάληδες: Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Ηλίας Π. Μαυρομιχάλης, Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, Αντώνιος Μαυρομιχάλης, Κατσής Μαυρομιχάλης, Ηλίας Κατσάκος Μαυρομιχάλης
2. Τρουπάκηδες, Οικογένεια Παναγιώτη Μούρζινου: Παναγιώτης και Διονύσιος Μούρτσινοι
3. Καπετανάκηδες: Σταυριανός Καπετανάκης, Ιωάννης Ν. Καπετανάκης, Μιχαήλ Ν. Καπετανάκης, Γεώργιος Καπετανάκης, Ιωάννης Καπετανάκης, Χριστόδουλος Καπετανάκης
4. Κουμουνδουράκηδες: Γαλάνης Κουμουνδουράκης
5. Γρηγοράκηδες: Ιωάννης Γρηγοράκης, Πιέρος Γρηγοράκης ή Μαγκιόρος, Πασχάλης Γρηγοράκης
6. Ζερβουδάκηδες
7. Μπουκουβαλέας: Παναγιώτης Μπουκουβαλέας
8. Δουράκηδες: Γεώργιος Ντουράκης, Παναγιώτης Ντουράκης
9. Ξανθέας
10. Παναγιώτης Βενετσανάκος, Δ. Ν. Βενετσανάκος
11. Πανάγος Κυβέλος
12. Νικόλαος Χρηστέας
13. Ηλίας Χρυσοσπάθης,
14. Κυριακούλης Κουτράκος
15. Κωνσταντίνος Πιεράκος
16. Δημήτριος Πουλικάκος
17. Θεόδωρος Μεσίκλης
18. Σκλαβούνος, από Πύργο Μάνης
19. Πιέρος Βοϊδής
20. Αντώνιος Νικολόπουλος
21. Γρηγόριος Δ. Τσιγκουράκος
22. Παναγιώτης Μπεζουνεράς, με τον αδελφό του
23. Πέτρος Νικολακάκης με τον αδελφό του
24. Μιχαήλ Δραγωνάκος, με τους αδελδούς του Γεώργιο και Δημήτριο
25. Δημήτριος Πετροπουλάκης με τον πατέρα του και τον αδελφό του
26. Παναγιώτης Κοσονάκος
27. Ξανθός Μουντζοράκος
28. Παναγιώτης Αντωνάκος
29. Παναγιώτης Στερόγιαννης
30. Πέτρος Τσιλιβής,ή Τσιλιβιπέτρος
31. Ιωάννης Κρανίδης
32. Νικόλαος Καρακίτσος
33. Αναστάσιος Γιαννουτσάκος
34. Γεώργιος Καλκανδής
35. Οικονόμος του Βεχού ή Γεροξηντάρας
36. Ιωάννης Πετρουνάς
37. Δημήτριος Νικολοπουλάκος
Υδραίοι (χερσαία στρατεύματα)
Δημήτριος Κριεζής
Σπετσιώτες (χερσαία στρατεύματα)
1. Αναστάσιος Κουτρουμπής
2. Αντώνιος Μπόνιας
3. Γιάννης Μπούμπουλης
Ζάκυνθος
1. Ιωάννης Πέτας ή Βαπτιστής
2. Δημήτριος Γουζέλης
3. Νικόλαος Πατσίρης
4. Νικόλαος Καβαδίας
5. Ιωάννης Μαμάκης
6. Κωνσταντίνος Ροΐτης
7. Σπυρίδων Φερεντίνος
8. Διονύσιος Αντίοχος
9. Διονύσιος Παπαδάτος
10. Γεώργιος Κατσιλίβας ή Σεμπρικός
11. αδελφοί Καμπασαίοι, Δημήτριος και Παναγιώτης
Κεφαλονιά
1. Ιωάννης Φωκάς
2. Ευαγγέλης Πανάς
3. Ανδρέας Μεταξάς
4. Κωνσταντίνος Μεταξάς
5. Παναγής Στρούζας
6. Διονύσιος Σεμπρικός
7. Κολονέλος Μπούρμπαχης
Παργινοί
Βελισάριος Καλόγερος
Αϊβαλιώτες
1. αδελφοί Σπηλιωταίοι (Σπηλιωτόπουλοι), καταγωγή από Βαλτεσινίκο Καρύταινας
2. Μημίκος Πολυχρονόπουλος, καταγωγή από Λιοδώρα Καρύταινας
Σμυρνιώτες
1. καπετάν Ανάστος, μωραϊτοσμυρναίος
2. Εμμανουήλ Βασιλειάδης
Χιώτες
1. Φωτάκης
2. Δημήτριος μπαϊρακτάρης Δημ.Φλέσσα
Βλαχοποιμένες (ρουμελιώτες νομάδες κτηνοτρόφοι στην Πελ/νησο)
1. Βασίλειος Μπούτος, Βίλια Δερβενοχωριών
2. Μακρυγιάννης, από βουνό Σαϊτά
3. Γιάννης Μπακογιάννης, Γαστούνη-Ξερόκαμπος Καλαβρύτων
4. Κώστας Λάβδας και Γεώργ. Λάβδας
5. γενεά Κουτουλαίων, Μήτρος, Δήμος και Κωνσταντής
6. Κώστας Τσόλης, ή Ράπτης
7. αδελφοί Καλπαίνη, Χρήστος και Κώστας
8. Δημήτριος Σαρανταυγάς, από βουνό Σαϊτά
9. Παπουτσήδες, Βασίλειος και γενεά, από βουνό Κανδήλας
10. γενεά Καλυβαίων, από βουνό Γκιόζα
11. γενεά Φραγκογανναίων, υπό τον Κωνσταντούλα Φραγκογιάννη, από βουνό Γκιόζα
12. γενεά Κορδυλαίων, Γιάννης και Κυριαζής, από βουνό Ζήριας
13. γενεά Χαναίων, υπό τον Θανάση Χανιά, από βουνό Ζήριας
14. Θανάσης Λύγκας, από Μυστρά
15. Γεώργιος Κοτσαλής, από Ξερόκαμπο Καλαβρύτων
16. Ραφτομήτρος, από Ξερόκαμπο Καλαβρύτων
17. Χρήστος Καψής, από Ξερόκαμπο Καλαβρύτων
18. Μαμαλαίοι
Κληρικοί (αρχηγοί οπλοφόρων)
1. Παλαιών Πατρών Γερμανός, από Δημητσάνα Καρύταινας
2. Άνθιμος Έλους, από Στενό Τριπολιτσάς
3. Άνθιμος Σκαλιστήρης
4. Βρεσθένης Θεοδώρητος, από Νεμνίτσα Καρύταινας
5. Δαμασκηνός, ηγούμενος Μ.Σπηλαίου, από Διακοπτό
6. Παφνούτιος, μοναχός Μ.Σπηλαίου, από Καρυά Κορίνθου
7. Γεράσιμος, μοναχός Μ.Σπηλαίου
8. Αρδαμαρίων Ιγνάτιος, από Κασάνδρα
9. Θεοφάνης Σιατιστεύς, αρχιερέας
_____________________________________________________
Σημείωση:
Ελπίζουμε να είναι χρήσιμα τα στοιχεία που παρουσιάζονται τοπογραφικά, δημογραφικά, και ο κατάλογος των οπλαρχηγών σε όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Αντιρρήσεις, διορθώσεις, προσθήκες και σχόλια είναι ευπρόσδεκτα. Η χρήση του χάρτη και του πίνακα είναι ελεύθερη, με την προϋπόθεση να γίνει αναφορά στην πηγή.
Πηγές:
– Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, Φώτιος Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος)
– Διήγηση Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, Θ. Κολοκοτρώνης – Γ. Τερτσέτης
– Τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγενεσίας, Βουλή των Ελλήνων
– Voyage en Morée, à Constantinople, en Albanie, et dans plusieurs autres parties de l’Empire Ottoman, François Pouqueville, Paris 1805
– Εκτίμηση πληθυσμού επαρχιών Πελοποννήσου, Ελληνική Διοίκηση, 1823
– Απογραφή πληθυσμού, 1834
– Ταύτιση περιοχών, όρια καζάδων: kleftouria.blogspot
– Ταύτιση περιοχών: upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/6/6e/Pelopones_ethnic.JPG
ΠΗΓΗ: oreini-ileia.blogspot.gr
Το 1918 καταργήθηκε το χασίσι στην ορεινή Αρκαδία!
Δεν έχουν περάσει 85 έως 90 χρόνια αφότου καταργήθηκε το χασίσι, στην Πελοπόννησο ιδιαιτέρως. Δεν έχουμε γραπτά στοιχεία για την καλλιέργεια, την επεξεργασία και την κατανάλωση αυτού του είδους που επί χρόνια καλλιεργείτο στην χώρα μας. Μόνο η παράδοση μας προσφέρει μερικά στοιχεία γι’ αυτό το είδος και μερικά δημοσιεύματα της εποχής εκείνης. Το χασίσι καλλιεργήθηκε στην χώρα μας τον 18ο αιώνα έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Το 1918 καταργήθηκε, ιδιαιτέρως στην ορεινή Αρκαδία που καλλιεργείτο στα λεκανοπέδια Παλλαντίου, Τεγέας, Μαντινείας, Ορχομενού, Καφυάς (Νασόν Δαρέικου Κάμπου) και στην περιοχή της Ασέας, καθώς και της Μεγαλόπολης, όπου βρίσκουμε στοιχεία από την παράδοση. Απέραντες εκτάσεις αυτά τα λεκανοπέδια και σε χιλιάδες στρέμματα καλλιεργείτο το χασίς ή η ινδική κάνναβη. Η καλλιέργεια του χασίς επέφερε κέρδη στους καλλιεργητές, στους εργάτες, στους εμπόρους. Τα χρόνια αυτά ήταν τα πρώτα που άνθισε η οικονομία του Κράτους. Όλη αυτή η παραγωγή πέρναγε από στάδια επεξεργασίας και τυποποίησης και εξαγόταν στις αραβικές και αφρικανικές χώρες. Μεγαλέμποροι της εποχής εκείνης έπαιρναν από τους καλλιεργητές αγρότες δεμάτια όπως θερίζονταν. Τα μετέφεραν στις αποθήκες και αμέσως άρχιζε η επεξεργασία και ο διαχωρισμός σε ποιότητες. Πολλά τα εργατικά χέρια, άντρες και γυναίκες ασχολούνταν στις αποθήκες για την διαλογή του προϊόντος.

Στο Μαντινειακό κάμπο, αρχείο ΧΡΗΣΤΟΣ Η. ΜΗΤΣΙΑΣ
Οι ποιότητες χασίς ήταν τρεις: η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη. Η πρώτη ποιότητα ήταν η φούντα, η δεύτερη ήταν τα φύλλα που είναι κοντά στη φούντα και είναι μικρά και τρυφερά με πολύ λάδι και η τρίτη είναι τα πιο κάτω φύλλα, που είναι πιο σκληρά, πάντα όμως προς τις κορυφές του φυτού, και δεν έχουν πολύ κανναβέλαιο. Η φούντα είναι το λουλούδι στην κορυφή της κάθε κλάρας που καρπίζει και βγάζει το κανναβούρι. Το χασίσι θερίζεται όταν καρπίσει η φούντα που βγάζει τον σπόρο για αναπαραγωγή και για άλλες χρήσεις. Τη φούντα την τρίβουν, την κοσκινίζουν να πέσει κάτω ο καρπός και μερική σκόνη από το άνθος. Η φούντα με τα τελευταία φύλλα τρίβεται με τις μάκινες (ειδικά εργαλεία), κοσκινίζεται και τσαπελιάζεται, μπαίνει δηλαδή σε ειδικές θήκες όπου πρεσάρεται με αρκετή πίεση, χαράσσεται και βγαίνουν πλάκες όμοιες με πλάκες σαπουνιού. Αυτή είναι η πρώτη ποιότητα με το ναρκωτικό που καπνίζουν οι ναρκομανείς (μαστούρηδες, χασισοπότες). Η δεύτερη ποιότητα γίνεται και αυτή σε πλάκες, αλλά διαφέρει από την πρώτη σε όγκο και μέγεθος. Η τρίτη ποιότητα είναι από τα φύλλα που ανέφερα πιο πάνω, τα οποία τρίβονται, κοσκινίζονται, φεύγει το σκύβαλο, δηλαδή ο κορμός του φύλλου και μένει το φύλλο, τριμμένο σε μικρά κομματάκια. Αυτό το χρησιμοποιούσαν και σαν ταμπάκο που το ρουφούσαν από τη μύτη, αλλά χρειαζόταν άλλη επεξεργασία, όπως γίνεται με το ταμπάκο. Η δεύτερη και τρίτη ποιότητα καπνιζόταν μικτά σε ναργιλέδες. Βέβαια, ο καπνός δεν είναι ναρκωτικό όπως το χασίς, μα αυτό το έσμιγαν για να κάνουν πιο βαρύ το χαρμάνι. Αυτή η τρίτη ποιότητα έμπαινε σε σακιά των 44 οκάδων (ένα καντάρι στατήρας), 55 χιλιόγραμμα, σφραγιζόταν με μολυβένια ασφάλεια και εξαγόταν. Η πρώτη και η δεύτερη ποιότητα συσκευαζόταν σε ξύλινα κιβώτια των 25 και 30 οκάδων βάρος.
Αποξήρανση κάναβης στον Μαντινειακό κάμπο, αρχείο ΧΡΗΣΤΟΣ Η. ΜΗΤΣΙΑΣ
Οπωσδήποτε, η εξαγωγή αυτού του εμπορεύματος ελεγχόταν από το Κράτος ως προς την ποιότητα και την ποσότητα. Η καλλιέργεια του χασίς στην χώρα μας γινόταν σε περιοχές που είχαν πολλά νερά και τα κτήματα ήταν ποτιστικά. Εκεί το φυτό αναπτυσσόταν και γινόταν ολόκληρος θάμνος με πολλές κλάρες που η κάθε κάρα άνθιζε στο πάνω μέρος. Αυτό το φυτό αρχικά σπερνόταν σε μέρη με πολλά φουσκιά και προφυλασσόταν από τις καιρικές συνθήκες. Αυτό γινόταν σε κήπους περιφραγμένους για καλή θερμοκρασία που τους έλεγαν «τζάκια», «βραγιές», «φυτώρια» και άλλες ονομασίες κατά τόπους και περιοχές. Αυτό το φυτό όταν αναπτυσσόταν σχετικά έλεγαν ότι «ψήθηκε» και πως ήταν έτοιμο για μεταφύτευση. Το χασίς μεταφυτευόταν στα χωράφια όπως γίνεται σήμερα η μεταφύτευση του καπνού. Ας σημειώσουμε πως στα ξερικά χωράφια, δηλαδή σε περιοχές που δεν ποτίζονταν, το φυτό αναπτυσσόταν λιγότερο, μα έβγαζε ποιότητα άριστη και ο παραγωγός-αγρότης πληρωνόταν με διαφορετική τιμή. Το φυτό της χασισιάς το διαχώριζαν ανάμεσα σε ήμερο και άγριο, θηλυκό και σερνικό. Όταν ο σπόρος έπεφτε στα τζάκια, φύτρωνε και αναπτυσσόταν, μα δεν ξεχώριζε το σερνικό από το θηλυκό. Όταν όμως μεταφυτευόταν και μεγάλωνε, το σερνικό έβγαινε μονόκλωνο και δεν αναπτυσσόταν όπως το θηλυκό. Τότε τα χωράφια βοτανίζονταν, ξερίζωναν δηλαδή το σερνικό γιατί θεωρείτο άχρηστο και αραίωναν τον χώρο για να αναπτυχθούν τα θηλυκά που άνθιζαν και έδιναν την φούντα. Τα ζώα δεν έτρωγαν το χασίσι, γι’ αυτό μέσα αμόλαγαν πρόβατα οι τσοπάνηδες και έβοσκαν τα άγρια χόρτα. Το χασίσι είναι γνωστό πως καλλιεργείτο σε όλη την Ελλάδα και ιδιαιτέρως στην Αρκαδία, που οι ορεινές περιοχές της Πελοποννήσου έβγαζαν εξίσου καλή ποιότητα και μεγάλη ποσότητα.Όλες αυτές οι περιοχές ήταν κατάφυτες κάθε χρόνο από την ινδική κάνναβη, το γνωστό χασίσι. Το προϊόν ήταν επικερδές αφού ευδοκιμούσε στην περιοχή και καλλιεργείτο με επιμέλεια για τα προϊόντα του, από τη στιγμή που τα εργατικά χέρια ήταν πολλά. Στην χώρα μας, όπως ξέρουμε, το χασίσι το καλλιεργούσαν και το επεξεργάζονταν μόνο για εξαγωγή, ιδιαιτέρως στις αραβικές και αφρικανικές χώρες, δηλαδή το ναρκωτικό χασίσι (ή κάνναβη) που κάπνιζαν και καπνίζουν οι άνθρωποι που είναι ναρκομανείς ως ένα σημείο.
Πριν από το χασίσι που ήταν το πολυτιμότερο και πανάκριβο είδος, το φυτό προσφέρει και τον καρπό αναπαραγωγής και τροφής για τα οδικά πουλιά που τρέφονται στα κλουβιά, όπως καναρίνια, καρδερίνες, λούγαροι, φανέτα, κοκένα, κι ένα σωρό ακόμα πουλιά τροπικών χωρών, αλλά και εγχώρια. Το φυτό του χασίς και ειδικά η ινδική κάνναβη που παράγει την κανναβίνη, είναι μονοετές και αναπτύσσεται σε γιγάντιο φυτό που φτάνει τα δύο μέτρα ύψος και μοιάζει σαν θάμνος. Το καννάβι προέρχεται από την Ασία και τις Ινδίες, όπου καλλιεργείται συστηματικά για τα προϊόντα του. Αυτό που παράγει την κανναβίνη είναι ήμερο και έπειτα από ειδική επεξεργασία βγαίνει το λάδι. Ένα είδος λαδιού που χρησιμοποιείται για ζωγραφική και για βαφές και που ονομάζεται κανναβέλαιο. Από την ήρεμη χασισιά που ξεχωρίζει η σερνικιά από τη θηλυκιά, βγαίνουν οι ποιότητες φυτικών ινών (κλωστών) που είναι πολύ λεπτές και αποτελούν το γνωστό καννάβι που πουλιέται στο εμπόριο και χρησιμοποιείται για τις υδραυλικές εγκαταστάσεις. Από τις ίνες της κάνναβης πλέκονται και κρέμονται διάφορα σχοινιά, χοντρά ρούχα, χαλιά, στρωσίδια. Στην χώρα μας, όταν θέριζαν το χασίς έπαιρναν τους κορμούς και τις κλάρες του φυτού και με μια ειδική προεργασία που θα αναφέρω πιο κάτω έφτιαχναν τα υφαντά στον αργαλειό. Η προεργασία του χασίς ήταν πολύ κουραστική προκειμένου να βγουν οι ίνες. Έριχναν τα δεμάτια (δέματα) στο νερό επί 10 έως 15 ημέρες, έως ότου μουλιάσουν (φουσκώσουν) και σαπίσουν σχεδόν η φλούδα και η ψίχα του κορμού και της κλάρας. Άνοιγαν τα δεμάτια και μία-μία κλάρα τις καθάριζαν, τις τίναζαν, τις έπλεναν πολλές φορές και έβγαζαν τις ίνες, ψηλές, χοντρές, πιο χοντρές κ.ο.κ.
Στην χώρα μας τότε δεν υπήρχαν βιοτεχνίες να επεξεργαστούν συστηματικά τις ίνες του χασίς. Η κάθε νοικοκυρά έκανε μόνη της την προεργασία και την ύφανση ή το πλέξιμο. Τόσο κουραστική και ακάθαρτη ήταν η προεργασία της χασισιάς (που την έλεγαν κασισιά) που βγήκε η παροιμία: «Ετράβηξε του λιναριού τα πάθη». Όση διαδικασία έχει το λινάρι, άλλη τόση έχει και η χασισιά. Τα υφαντά που έφτιαχναν οι γυναίκες ήταν οι ψάθες που έστρωναν στα πατώματα και τις έλεγαν κασισιές. Επίσης ύφαιναν τους ντορβάδες για τα ζώα και άλλα χοντρά ρούχα. Ήταν γυναίκες που εξασκούσαν το επάγγελμα της υφάντρας, έφτιαχναν τους σάκους που έβαζαν το λιοκόκκι προκειμένου να μπει στο πιεστήριο και να βγει το λάδι. Οι σάκοι αυτοί πωλούνταν στα λιοτρίβια (ελαιοτριβεία) και ήταν τόσο στέρεοι που άντεχαν στις πιέσεις και στο καυτό νερό. Τους σάκους αυτούς τους έλεγαν «τσόλια», «ντορβάδες», «φακέλους» κ.ο.κ. Έπλεκαν ακόμη σκοινιά πλεξούδες και τα χρησιμοποιούσαν για το δέσιμο των ζώων προκειμένου να φορτώσουν. Γίνονταν τόσο στέρεα τα σχοινιά αυτά που τα έλεγαν «βοϊδόσκοινα». Αυτά τα πλεκτά σχοινιά τα αντικατέστησαν οι τριχιές. Την ίδια επεξεργασία έκαναν και στο «σπάρτο», το άγριο φυτό το οποίο βλέπουμε να ανθίζει και να βγάζει ένα κίτρινο λουλούδι. Το σπάρτο βγάζει κι αυτό ίνες (κλωστές) όπως η χασισιά.
Την καλλιέργεια του χασίς στην χώρα μας την κατήργησε ο Αλέξανδρος Παπαναστάσης όταν ήταν υπουργός Γεωργίας. Ο μεγάλος αυτός άνδρας προέβλεπε πως το προϊόν αυτό θα έφερνε πολλά δεινά στην χώρα μας, αργότερα με την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν γεγονός πως όταν το χασίς καλλιεργείτο στην Ελλάδα, κανείς δεν κάπνιζε αυτό το ναρκωτικό-τσιγάρο, γιατί ο λαός ήταν αγνός, ηθικός, συνετός, θρησκευόμενος, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων σε μεγάλες πόλεις. Το 1921, όταν έγινε η Μικρασιατική Καταστροφή και ήρθαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες, άρχισε να καπνίζεται το χασίσι, γιατί το κάπνιζαν αυτοί στη Μικρά Ασία.
Τάκης Ρούνης
Ποιητής-Λαογράφος
Πηγή: Εφημερίδα ΑΡΚΑΔΙΚΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (φύλλο 113/2019)
“Βλαχερνιώτικες γειτονιές” του ΣΙΚΑΓΟΥ (USA)!
Ρεπορτάζ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΕΓΡΕΜΗΣ (για το vlaxerna.gr)!


















