ΠΕΝΘΗ
Έφυγε από την ζωή σε ηλικία 84 ετών, ο Παναγιώτης Ηλ. Κουτσούγερας (Μούγιας) στην Αυστραλία.
Θερμά συλλυπητήρια στους συγγενείς.
Γιατί δεν έγινε ποτέ η Αρκαδία η δεύτερη Καμπανία της Ευρώπης;
Ένα άγνωστο ελληνικό οινικό κατόρθωμα γίνεται μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία που προβάλλεται στο 24ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης.
«Αν δεν έχετε ταξιδέψει στην Τοσκάνη, ελάτε στην Αρκαδία»
ήταν το σλόγκαν των Οινοποιών Τεγέας, σε μια πρώιμη εκδοχή οινοτουρισμού.
TΥΧΕΡΟΙ ΟΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ αλλά και όσοι foodies ανέβουν Θεσσαλονίκη για το 24ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ (και επ’ ευκαιρία απολαύσουν την απίθανη γαστρονομική σκηνή της πόλης): θα έχουν την τύχη να παρακολουθήσουν την ταινία του δημοσιογράφου Κώστα Σπυρόπουλου «Arcadia-Champagne d’ Orient» που μας εξέπληξε με την πρωτοτυπία της, το πλούσιο αρχειακό υλικό και την απίστευτη αληθινή ιστορία μιας οικογένειας από την Αρκαδία που τόλμησε να ονειρευτεί στα τέλη του 19ου αιώνα ότι η περιοχή μπορεί να γίνει η δεύτερη Καμπανία της Ευρώπης, παράγοντας για πενήντα σχεδόν χρόνια εξαιρετικό αφρώδες κρασί, ισάξιο της γαλλικής σαμπάνιας, από μοσχοφίλερο, το χαρακτηριστικό σταφύλι της περιοχής!
Η ιστορία, άγνωστη ως τώρα, ακόμα και στην εξειδικευμένη ιστοριογραφία του ελληνικού κρασιού, περιγράφει το εγχείρημα των Αδελφών Παπανικολάου, στο χωριό Ρίζες Τεγέας, οι οποίοι πέτυχαν από το 1885 έως το 1935 να παράγουν σαμπάνια εκλεκτής ποιότητας, να κερδίσουν χρυσά βραβεία στις Παγκόσμιες Εκθέσεις της εποχής και να καταγράψουν στο Παγκόσμιο Οινολογικό Λεξικό του Μπορντό την Τεγέα ως τον «τόπο παραγωγής αφρώδους οίνου εφάμιλλου των γαλλικών».
Την εποχή εκείνη, από το 1850-1920, μετά τη βασιλεία του Όθωνα και κυρίως επί βασιλείας Γεωργίου Α’ (που ήταν και ο ίδιος οινοποιός), η οινοποιία αναπτύχθηκε πολύ στην Ελλάδα, με πολλές αξιοσημείωτες προσπάθειες που έμειναν μέχρι τις μέρες μας, όπως του Βαυαρού Clauss στην Αχαΐα, του Α. Καμπά κ.ά. Ακόμα και ο δήμαρχος της Αθήνας τότε, ο Δημήτριος Σκουζές, καλλιεργούσε αμπέλια και εξήγαγε στο Παρίσι λευκό οίνο κατ’ αποκλειστικότητα για το Grand Hotel.
Η επιστημονική φυσιογνωμία της οικογενειακής οινοποιίας ήταν ο οινολόγος Βασίλειος Παπανικολάου. Με σπουδές στο Μονπελιέ της Γαλλίας, ο Β. Παπανικολάου όχι μόνο μυήθηκε στον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής σαμπάνιας, αλλά προσέθεσε, ήδη από το 1900, καινοτόμες τεχνικές, οι οποίες συμπεριλήφθηκαν στην επιστημονική βιβλιογραφία 60 χρόνια μετά. Το 1905 παρουσιάζει στη Λιέγη στο Διεθνές Συνέδριο των Οινοποιών την πρωτοποριακή μέθοδο οινοποίησης χωρίς τη χρήση θείου! Είναι η περίφημη «μυστική συνταγή Παπανικολάου».
Το οικογενειακό όραμά τους; Να γίνει η Αρκαδία η Καμπανία της Ανατολής (φράση του Β. Παπανικολάου από το βιβλίο του «Η Αρκαδία υπό Οινολογικήν Έποψιν»). Το όραμα αυτό δεν ήταν μια υπερφίαλη επιδίωξη χωρίς βάση. Εδραζόταν στην απόλυτη ταύτιση-ομοιότητα της επαρχίας της Γαλλίας Καμπανία με το οροπέδιο της Μαντινείας σε ό,τι αφορά τη σύσταση του εδάφους, το μικροκλίμα, το υψόμετρο και, ιδίως, την καλλιέργεια της αρωματικής ποικιλίας φιλέρι. Μάλιστα, η οικογένεια Παπανικολάου δεν ήταν η μόνη που κατάλαβε την αξία της εύφορης περιοχής, και η γνωστή οικογένεια Καμπά το 1924 το είχε αντιληφθεί και επιβεβαιώσει με Γάλλο οινολόγο που έφερε στα ίδια εδάφη.
Μπορεί να ακούγεται απίστευτο για τα τέλη του 19ου αιώνα (που η Ελλάδα έβαζε τις πρώτες βάσεις για το εμπόριο και τη βιομηχανία της), αλλά έφτασαν να κάνουν μέχρι και εξαγωγές εμφιαλωμένου κρασιού (Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ), άνοιξαν έξι καταστήματα στην Αθήνα και το 1901 το πρώτο wine bar (!) στην Ομόνοια, δίπλα στο θέατρο «Νέα Σκηνή» του σκηνοθέτη Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, με τον οποίο συνδέονταν φιλικά.
Είχαν πάρει χρυσά βραβεία για τον αφρώδη οίνο τους στις παγκόσμιες εκθέσεις: Παρίσι (1989 και 1900), Σικάγο (1893), Λιέγη (1905) και Σαν Φρανσίσκο 1915. Οι πρωτότυπες ρεκλάμες τους στον ελληνικό Τύπο ήταν επίτηδες γραμμένες στα γαλλικά για περισσότερο στυλ: «A bon vin pas d’ enseigne» («το καλό κρασί δεν έχει ανάγκη διαφήμισης»).
Ήταν από τους πρώτους Έλληνες επιχειρηματίες που κατάλαβαν την αξία του μάρκετινγκ, δημιουργώντας αφίσες με όμορφες Αμερικανίδες (που ποζάρουν κρατώντας τα κρασιά τους κατά τη διάρκεια της διεθνούς έκθεσης στο Σαν Φρανσίσκο δίπλα σε λιμουζίνες της Ford), οι οποίες κάνουν πάταγο στη νεόπλουτη αριστοκρατία της Ελλάδας που θαμπωνόταν από οτιδήποτε ξενόφερτο.
Ένα δεύτερο σλόγκαν που χρησιμοποιούν οι Παπανικολάου αφορά τη σύγκριση Τοσκάνης / Αρκαδίας. Τη σύγκριση έκανε πρώτος ο Βασιλέας Γεώργιος, ο οποίος σχεδίαζε και την οικοδόμηση θερινών ανακτόρων στη βασιλόφρονα Τρίπολη. «Αν δεν έχετε ταξιδέψει στην Τοσκάνη, ελάτε στην Αρκαδία» ήταν το σλόγκαν των Οινοποιών Τεγέας, σε μια πρώιμη εκδοχή οινοτουρισμού (στοιχεία από το υπό έκδοση βιβλίο του Κ. Σπυρόπουλου «Οι πρωτοπόροι του Μοσχοφίλερου 1859-1934», εκδόσεις Ιωλκός.
Δεσπόζουσα φυσιογνωμία στην οικογένεια ήταν ο γενάρχης Σπυρίδων Παπανικολάου (τον υποδύεται μοναδικά ο ηθοποιός Γιώργος Μιχαλακόπουλος). Έμπορος εκκλησιαστικών ειδών, εισαγωγέας χρυσού και πολυτίμων λίθων, παρουσιάζεται ως ο χαρακτηριστικός τύπος του πολυμήχανου επαρχιώτη, ο οποίος θέλει να ξεφύγει από τα όρια της Τρίπολης.
Με τη σύζυγό του (στην ταινία την υποδύεται η εξαιρετική Σοφία Σεϊρλή) έκαναν οκτώ παιδιά, πέντε αγόρια και τρεις κόρες. Σπούδασε τους δυο μεγαλύτερους καθορίζοντας εκείνος τις σπουδές τους αλλά και τους ρόλους τους στην οικογενειακή επιχείρηση «Αδελφοί Παπανικολάου».
Ο ονειροπόλος αλλά και επιστήμονας γιος Βασίλειος Παπανικολάου (που τον υποδύεται ο Ισίδωρος Σταμούλης) βρέθηκε αντιμέτωπος με το κατεστημένο της εποχής διότι εισήγαγε τρία καινά δαιμόνια. Πρώτον την αποκήρυξη του ρητινίτη οίνου (ρετσίνι), δεύτερον τη χρήση της σταφίδας στην οινοποιία, όπως έκαναν οι Γάλλοι και, τρίτον, διεκδίκησε την επιβολή δασμών στους εισαγομένους οίνους ώστε οι Έλληνες πλούσιοι να προτιμήσουν το ελληνικό και μάλιστα εμφιαλωμένο κρασί ως εφάμιλλο και όχι, από χαρακτηριστικό νεοπλουτισμό, το εισαγόμενο, κυρίως το γαλλικό. Έπεσαν όμως θύματα μεγάλων συμφερόντων και επειδή αρνήθηκαν πρόταση εξαγοράς της εταιρείας αποκλείστηκαν από τον τραπεζικό δανεισμό.
Μετά τη Μικρασιατική Εκστρατεία οι Οινοποιοί Τεγέας αναπτύσσουν ένα δικό τους δίκτυο πολιτικών σχέσεων με κορυφαίους της βενιζελικής περιόδου: τον εξ Αρκαδίας πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπαναστασίου και τον Αντ. Χρηστομάνο (αδελφό του Κωνσταντίνου), υπουργό Γεωργίας του Βενιζέλου. Αποκτούν προνομιακά από το κράτος το δικαίωμα να αποξηράνουν μια λίμνη, την Τάκκα, και να καρπωθούν 15.000 στρέμματα.
Ο πρωτότοκος της οικογένειας Νικόλαος Παπανικολάου (Οδυσσέας Σταμούλης) προτρέπει τον αδερφό του να αναλάβουν εκείνοι το έργο και να ωφεληθούν οι ίδιοι αλλά και οι αγρότες της περιοχής από την αποξήρανση και το εύφορο έδαφος που θα δημιουργούσε. Το κράτος τους δίνει τη σύμβαση αλλά οι αλλεπάλληλες κυβερνητικές μεταβολές προκαλούν καθυστερήσεις στο έργο και ανεβάζουν το κόστος. Παράλληλα, οι Παπανικολάου αντιμετωπίζουν έναν σκληρό πόλεμο συμφερόντων στην Αθήνα και στην Τρίπολη. Κηρύσσονται έκπτωτοι από το έργο και καταστρέφονται.
Ρώτησα τον Κώστα Σπυρόπουλο που ξεκίνησε την έρευνά του το 2015, έγραψε το σενάριο και σκηνοθέτησε την ταινία γιατί χάθηκε αυτή η προσπάθεια, από κακό χειρισμό των ίδιων ή από τις πολιτικές συνθήκες της εποχής.
«Ο κυριότερος λόγος ήταν η ανικανότητα και η άρνηση των ελληνικών κυβερνήσεων να χαράξουν μια εθνική στρατηγική για την ανάπτυξη της οινοβιομηχανίας στην Ελλάδα, να εκπαιδεύσουν τους γεωργούς και να στηρίξουν με τη δασμολογική πολιτική την ελληνική παραγωγή. Αντίθετα, εξυπηρετούσαν μια μικρή ομάδα εισαγωγέων, εμπόρων, παραγωγών και βιομηχάνων στενά συνδεδεμένων με τους πολιτικούς και τη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα της εποχής, την Τράπεζα Αθηνών.
Δεύτερος, όχι λιγότερο σημαντικός λόγος, στάθηκε η απουσία συνεργατικού πνεύματος μεταξύ των μικρών επιχειρήσεων στην Αρκαδία την κρίσιμη περίοδο 1860-1940.
Ο τρίτος λόγος, εν πολλοίς απόρροια των άλλων δύο, ήταν η μετανάστευση που ρήμαξε την Πελοπόννησο. Σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι έφυγαν για την Αμερική και αλλού, με αποτέλεσμα τη μείωση της εργατικής δύναμης και άρα της καλλιεργήσιμης γης».
Σήμερα στην περιοχή Μαντινεία της Αρκαδίας λειτουργούν 11 οινοποιεία εντός ζώνης και 20 εκτός και παράγεται εξαιρετικός αφρώδης οίνος με βάση το μοσχοφίλερο. Το αγαπητό και αρωματικό μοσχοφίλερο θεωρείται κατά ορισμένους γενετικά ξεχωριστή ποικιλία από το φιλέρι και κατά άλλους ένας κλώνος του που αναπτύχθηκε και επηρεάστηκε από τα χαρακτηριστικά του κρύου οροπέδιου της Μαντινείας όπου καλλιεργείται με μεγάλη απόδοση.
Αξίζει να αναφερθεί ότι τη μουσική της ταινίας έχει συνθέσει η Ευανθία Ρεμπούτσικα (ενορχηστρωμένη με 26 μουσικούς από την Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής/ Armonia Atenea) και ο Μάριος Φραγκούλης τραγουδά το βασικό τραγούδι της ταινίας, δυο μεγάλα ατού της παραγωγής πέραν της αξιοποίησης του αρχειακού υλικού που έσωσαν οι Τάσσος Φίντζος, Λεωνίδας Λιάμπεης και τον Ιωάννη Λαγό που διέσωσε την ταινία με όλες τις σκηνές από την παλιά Πελοπόννησο του 1920.
Η ταινία «Arcadia-Champagne d’ Orient» θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, το Σάββατο 19 Μαρτίου στις 6:30 μ.μ. στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης.
πηγή: www.lifo.gr
ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ μιας άλλης εποχής (του αειμνήστου Λαογράφου Φίλιππα Κολλιόπουλου)
Τις Απόκριες γινόταν το μεγαλύτερο ξεφάντωμα στο χωριό. Στην Μεσιανή βρύση ήταν και η πλατεία του παλιού χωριού βαράγανε δύο ορχήστρες με τα όργανα της εποχής: Νταούλι, πίπιζα και καραμούζα. Ο Θοδωρής ο Ντόκος πίπιζα και ο αδελφός του ο Φουσκοπέτσης νταούλι.
Η ψιλομαρίδα ήταν κουρνιασμένη πάνω στην καμάρα της βρύσης για την θέα. Δεν υπάρχει σήμερα πουθενά τέτοια βρύση με την μεγαλοπρέπεια που είχε αυτή η βρύση με τα σκαλιστά αγκωνάρια της, με την σκαλιστή φάτσα της, με τις ζαλώστρες της, με τις πλύστρες της, με τις δύο μεγάλες μαρμαρένιες κορίτους της και τα δυο ντουλάπια της. Ήταν μεγάλο λάθος το γκρέμισμά της.
Ο Ντοκοθοδωρής και ο αδερφός του ο Μήτσος ήσαν, σαν οργανοπαίχτες, μεγάλη φίρμα της εποχής. Την εκμετάλλευση της πλατείας την είχε το Λαϊκό καφενείο του Τρύφωνα του Σκασίλα. Τότε δούλευε το κατοστάρι με το κρασί, καμιά μαστίχα και λουκούμια.
Χόρευαν γέροι με τις λουλακάτες πουκαμίσες, ζωσμένοι τα σιλάχια στολισμένα με μυρσίνες καλαματιανές, με τις φουντωτές γιορτινές πίγκες1 τους, με τις σκάλτσες και τις μαύρες γονατάρες τους. Τα ωραία χαριτωμένα σταυρωτά τους και τα μπαρέζια τα κόκκινα και τα καφετιά. Σε έπαιρνε μια χαρά. Πολλοί γέροι φόραγαν και φουστανέλες και οι νέοι επίσης ατσαλάκωτοι με τις ίδιες στολές, ενώ λίγοι νέοι φορούσαν ευρωπαϊκά ρούχα.
Οι γριές με τα μακριά αλατζένια2 φουστάνια τους, με τους χαρμπαλάδες3 που ήταν γρανιτουρισμένοι με ταμπέλες, με τις ωραίες μπόλκες4 και τις όμορφες μπελερίνες5, τα ζαχαριά και τα κανελιά μαντήλια με τα κλαριά. Τα ζαχαριά τα λουλάκωναν με λουλάκι.
Οι νέοι με τις φουστανέλες και τα φέσια με τις γαλάζιες φούντες και τα κορίτσια ντυμένα αμαλίες με τα παπάζια6 τους, τα ασημοζούναρα στο λαιμό τους που ακτινοβολούσαν και τα φλωριά στο μέτωπό τους άστραφταν.
Χόρευαν τα νιάτα και τα γηρατειά αντάμα και τσούγκριζαν τα ποτήρια με το κοκκινέλι του Σκασίλα. Οι χαλκωματένιες και τρύπιες πενταροδεκάρες πέφτανε σαν βροχή στα όργανα και τόσο μερακλωνόταν ο γερο-Θοδωρής με την πίπιζα φούσκωνε τα μάγουλα και τα μάτια του πεταγόσανε σαν του βατράχου. Του κόλλαγαν και δεκάρες στο κούτελο με φτύμα κι έκανε πίσω το κεφάλι του να μην πέσουν. Ο δε Φουσκοπέτσης βημάτιζε δίπλα σε αυτόν που χόρευε βαρώντας το νταούλι ρυθμικά.
Ξάφνου βλέπω τον Γιώργη τον Ντόκο τον μοναχογιό και κανακάρη του γερο-Θοδωρή μάζευε τις δεκάρες και άλλες έριχνε στο πιάτο και άλλες κρυφά έριχνε στην τσέπη του και τα παπούτσια του. Αντιληφθείς ο Φουσκοπέτσης την “κλεψιά” του κοπάνησε δύο-τρεις με το νταουλόξυλο στο κούκουρο7 κι ευθύς πετάχτηκαν όλοι. Ο μικρός Γιώργης έφυγε κλαίγοντας από τους πόνους και στάθηκε στο Παλιοχώρι. Που να πλησιάσει πάλι στην ορχήστρα· έβλεπε τον Φουσκοπέτση και τον έκοβε κρύος ιδρώτας. Ο χορός και τα γλέντια τελείωναν το βράδυ και πήγαιναν ν’ αποκρέψουν.
Τα παιδαρέλια έπαιζαν τις αμάντζες και όποια παρέα κι αν κέρδιζε πήγαιναν όλοι μαζί στα σπίτια των χαμένων τρωγόπιναν και γλεντοκοπούσαν κι απ’ το τηγάνι έβγαιναν ζεστές τηγανίτες.
Στον πλάτανο του Βρέντα στο μαγαζί του Ζηντάρη βάραγε καραμούντζα ο Νικολάτσης ο Τσαρουχάς και ο Γιώργης ο Κατσούλης (ο Τζιωβίνης) νταούλι. Εκεί ήταν το Τσαρουχέϊκο συνάφι, Κατσουλέοι και διάφοροι τσοπάνηδες. Δούλευε το κατοστάρι με το κρασί και η οκά αλλά υπήρχε κέφι και καλαμπούρι.
Στις 1:00 με 2:00 η ώρα το απόγευμα σταματούσε ο χορός για λίγο. Τότε άρχιζαν να ξαναφαίνουν και να ξεφαντώνουν οι μασκαράδες από διάφορα σημεία κι άρχιζαν οχλαγωγίες, γέλια και λαχτάρες. Οι θαμώνες του καφενείου βγήκαν κι αυτοί έξω να ιδούν τι τρέχει , μήπως μάλωσαν στο χορό. Και είδαν κι αυτοί έκπληκτοι το σινάφι των μασκαράδων: ένας ήταν ντυμένος Παπάς και λιβάνιζε τον κόσμο με στάχτη που είχε σε έναν τορβά.
Άλλος ήταν ντυμένος Γιατρός, Νύφη, γαμπρός όπου επακολουθούσε η λιποθυμία της νύφης, εκεί είχε το μεγαλύτερο καλαμπούρι όταν επενέβαινε ο γιατρός με μια παλιοτσάντα γεμάτη γιδοκοπριές για χάπια. Ένας ήταν ντυμένος χωροφύλακας κρατώντας στο χέρι μια βίτσα να μην πλησιάζει ο κόσμος που ήταν πράγματι λαοπλημμύρα και μετά την αναγνώριση των μασκαράδων επακολουθούσαν στέψεις κι άλλα διάφορα κόλπα. Ξανάφανε άλλο σινάφι ο ένας ήταν ντυμένος αρκούδα κι ο άλλος αρκουδιάρης βαρούσε ντέφι έναν ταβά και χόρευε η Αρκούδα κάνοντας διάφορα νούμερα. Μερικοί πέφτανε κάτω να τους πατήσει η αρκούδα για να μην τους πονάει η μέση τους.
Αφού χόρεψαν όλοι μαζί διαλύθηκε ο χορός για τη βραδινή Αποκριά γιατί άρχισε να νυχτώνει.
Το βράδυ της Αποκριάς την εποχή εκείνη απόκρευαν μαζί, δύο-τρεις οικογένειες συγγενικές. Τα φαγητά ήσαν λογής-λογής: κοτόπουλο με χυλοπίτες, βεργάδι, στιφάδο, χοιρινό κι άλλα επιδόρπια. Τότε τραπέζια ήσαν οι Σοφράδες, χαμηλά και καθίσματα χαμηλά σκαμνιά, τα προσκέφαλα άλλα γεμάτα άχυρα ή πούσια και άλλα με κοζιά απόκρευαν στο παραγώνι, διότι σπανίως υπήρχε κρεβάτι τότε, ενώ στο τζάκι έδερνε η φωτιά .
Μετά το φαγητό ψένανε τυρί στα κάρβουνα για να καεί ο Λύκος.
Έβαζαν και αυγά στη σπούρνη με τη μύτη προς τα πάνω. Αυτού που ίδρωνε το αυγό αν ήταν νέος ή νέα πλησίαζε η παντρειά. Στο σοφρά έδιναν και έπαιρναν τα τσουγκρίσματα με το κοκκινέλι κι ευχώσαν Καλή Σαρακοστή και συχωράγανε τις ψυχές. Ξέχασα, στο κάθε αυγό μελέταγαν και το άτομο κι ήξερε ο καθένας το δικό του. Αν ίδρωνε των γερόντων το αυγό σήμαινε ευτυχία και πλούτη θα πέσουν στο σπίτι. Αν έσκαγε κάνα αυγό λέγανε το σκάσε ο διάβολος. Επακολουθούσε γλέντι τρικούβερτο ακόμα και χορός και σαν πλησίαζαν τα μεσάνυχτα το τελευταίο έδεσμα ήταν οι νεροχυλοπίτες στραγγιχτές τσιγουρισμένες με γουρναλοιφή και με γαρνιτούρα μυτζήθρας.
Με αυτά τελείωνε η Αποκριά.
ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Την Καθαρή Δευτέρα ήσαν τα κούλουμπα, το γλέντι γινόταν στις γειτονιές. Φτιάχνανε μπουγάτσα στη θράκα κι αυτά που είχαν ζυμώσει βγάζανε λαγάνες. Όταν βγάζανε την μπουγάτσα αφού είχε ψηθεί την άφηναν να κρυώσει λίγο. Τα παιδιά όμως λιγούριαζαν και για να τα καρτερέσει η μάνα τους έλεγε: αφήστε να πάει η ψυχή της στο χωράφι και θα την κόψουμε. Σε λίγη ώρα πάλι τα παιδιά λιγούριαζαν και πάλι η μάνα τους έλεγε: αφήστε να πάει και στο αμπέλι (η ψυχή της), ώσπου η μπουγάτσα κρύωνε λίγο και την τεμάχιζαν με το χέρι κομμάτια στο τραπέζι και τρώγανε όλοι μαζί. Οι μεγαλύτεροι πίνανε κρασί ξεροσφύρι πρώτα αλατίζοντας κάνα κρεμμύδι ή τσιμπώντας καμιά ελιά.
Τα εδέσματα της Δευτέρας ήσαν κρεμμύδια που τα λέγανε και περιστέρια, τα στούμπαγαν στο γόνα ή στο τραπέζι και τα στύβανε να φύγει η καούρα. Και τ’ αλάτιζαν με ριγανάλατο. Αλλά εδέσματα ήσαν τα καρδάματα, οι ελιές κι ο χαλβάς.
Όλη την καθαρή βδομάδα ο κόσμος νήστευε δεν τρώγανε ούτε λάδι. Οι κοπέλες φτιάχνανε την αρμυροκουλούρα κι αφού την τρώγανε όλη την ημέρα δεν έπιναν νερό για να ιδούνε το βράδυ στον ύπνο τους ποιος νέος θα τους δώσει νερό, όπου θα ήταν κι ο μέλλων σύζυγος. Το ίδιο κάνανε και τα παιδιά.
11 Πίγκες:Ήταν τα παπούτσια των φουστανελάδων, τα τσαρούχια. Οι πίγκες ήσαν μαύρες και κόκκινες.
2Αλατζένια:Υφαντά στον αργαλειό ποικίλων χρωμάτων.
3 Χαρμπαλάς:Συγκεκριμένο στυλ ραψίματος για τα φουστάνια (Σαν πιέτα).
4 Μπόλκα:Υφαντή ζακέτα εποχής.
5 Μπελερίνα:Εσάρπα,σάλι.
6 Παπάζι:Το φέσι της στολής της Αμαλίας.
7 Κούκουρο:Κρανίο












