Αρχείο για Ιστορικά
ΑΛΩΣΗ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ: 23 Σεπτεμβρίου 1821
Από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του ’21, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά.
Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου.
Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα μεταξύ των οπλαρχηγών κι έτσι στα μέσα Απριλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και εφοδιασμού της πόλης. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης ορίσθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αλλά ιθύνων νους της ήταν ο Κολοκοτρώνης, το σχέδιο του οποίου τηρήθηκε κατά γράμμα.
Μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περισώζει την Τριπολιτσά σ’ ένα κύκλο που περιλάμβανε τις περιοχές Πάπαρι, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες προερχόμενος από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, καθώς τις επόμενες μέρες τέθηκε σε καταδίωξη του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά. Οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου), όχι μόνο αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά συνέβαλαν καταλυτικά στην Άλωση της Τριπολιτσάς.
Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 ψυχές, Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι.
Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων. Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30.
Απόντος του Μόρα-Βαλεσί, Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας.
Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.
Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο. Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν» γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.
Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη.
Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.
πηγή: sansimera.gr
“ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ” ΒΛΑΧΕΡΝΑΣ
“Παψολύπη-Παυσολύπη”
Βρίσκεται πιο πάνω από της Αράπισσας το ρέμα προς τον Κουρτενίκο. Είναι αντικρυστά με το κάστρο. Κατά την παράδοση, ο Αγάς ήταν πολύ ληπημένος και για να του περάσει η λύπη επήγε και ήπιε νερό από την Παψολύπη. Επειδή το νερό ήταν πολύ κρύο, παταγούδι, και ο Αγάς εδροσίστηκε και αισθάνθηκε ανακούφιση από την δροσιά μέσα στην ζέστη του καλοκαιριού είπε: “Πάψε λύπη-παύσε λύπη”. Κατά τον ιστορικό Β. Παναγιωτόπουλο στη θέση αυτή πρέπει να υπήρχε εκκλησία, στην οποία κατέφευγαν οι λυπημένοι χριστιανοί και ζητούσαν από τον Θεό να παύσει την λύπη τους.
“Κακο-Νικόλας”
Βρίσκεται κοντά στα όρια Βλαχέρνας-Παναγίτσας-Καμενίτσας και υπάρχει εκκλησία του Άγιο-Νικόλα. Βρίσκεται στο πέρασμα του δρόμου που οδηγεί από την Μαντινεία στην επαρχία Καλαβρύτων, από την Αρκαδία στην Αχαία. Όλοι οι κατακτητές πέρασαν από εκεί, ακόμη και οι Γερμανοί. Μα και οι ληστές πολλές φορές εκεί έστηναν το καρτέρι τους. Επειδή δε το μέρος προσφερόταν για παντός είδους συμπλοκές (μάχες, ληστείες, κλπ.) και επειδή εξ αυτού του λόγου έλαβαν χώρα δυσάρεστα γεγονότα και έμειναν δυσάρεστες αναμνήσεις η τοποθεσία αυτή ονομάστηκε “Κακονικόλας”. Το σημείο αυτό θεωρείται ο “ομφαλός” της Πελοποννήσου.
“Πέτρα”
Μεγάλος βράχος μέσα στο κάμπο της Βλαχέρνας. Η τοποθεσία έλαβε την ονομασία από το βράχο αυτό. Πάνω σε αυτό το βράχο υπάρχουν Κυκλώπεια τείχη. Είναι στην βόρεια και νότια πλευρά. Είναι κτίσματα των προϊστορικών χρόνων για την ασφάλεια του πληθυσμού της περιοχής. Στην κορυφή της Πέτρας υπάρχει βράχος, ο οποίος έχει το σχήμα κανονικού θρόνου. Ο θρόνος αυτός με τον υπερκείμενο βράχο προστατεύεται από τους βόριους ανέμους και δέχεται πλούσιο το μεσημβρινό ήλιο, γιατί βλέπει προς την μεσημβρία. Εν τούτοις, αν και η Πέτρα αναφέρεται σε ιστορικά κείμενα (Φωτάκου, περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821) κανένα γραπτό κείμενο δεν υπάρχει, που να μιλάει για αυτόν τον θρόνο. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η φύση είναι και αυτή τεχνίτρα και κατασκευάζει κι αυτή τα δικά της δημιουργήματα. Το θέρος του 1974 άγνωστοι επήγαν στην νύχτα στην Πέτρα και έσκαψαν προφανώς για την ανεύρεση θησαυρού ή άλλων αντικειμένων, για τα οποία ασφαλώς θα είχαν κάποια πληροφορία. Είναι άγνωστο αν βρήκαν κάτι. Το μέρος στο οποίο έσκαψαν βρίσκεται στο μέσο ύψος της Πέτρας, όπου το μέρος είναι επίπεδο και έχει χώμα. Εκεί βρέθηκαν πέτρες τοποθετημένες σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, οι οποίες σχηματίζουν τάφο. Κοντά στην θέση αυτή, η αρχαιολογική υπηρεσία ανέσκαψε μετά τους άγνωστους και βρήκε ανθρώπινα οστά, μέσα σε άλλο λίθινο τάφο.
“Της Αράπισσας το ρέμα”
Το τοπωνύμιο αυτό αναφέρεται σε ένα αποτρόπαιο έγκλημα, του οποίου την ιστορία η παράδοση διέσωσε μέχρι των ημερών μας. Όταν το χωριό ήταν στο Λιβάδι, ο τούρκος Αγάς είχε σαν ακόλουθο και σωματοφύλακα έναν αράπη τον ΑΛΗ. Με τούτον συνεδέθη με φιλία και κουμπαριά ο χωριανός (από το Μπεζενίκο) ΤΣΙΟΚΑΝΟΣ. Μια μέρα που πήγαν στο κυνήγι ο ΤΣΙΟΚΑΝΟΣ σκότωσε τον ΑΛΗ, άγνωστο για ποιούς λόγους, πιθανόν για ερωτικούς προς την γυναίκα του ΑΛΗ την ΑΡΑΠΙΣΣΑ. Τον έθαψε επιτόπου και η τοποθεσία λέγεται και σήμερα στου “ΑΛΗ το ΤΣΙΟΥΡΟΥΜΙ” (η τοποθεσία αυτή βρίσκεται στο βουνό “Κρεπετελός” μεταξύ Πλέσια και Παλιόχανου του Λεβιδίου). Η ΑΡΑΠΙΣΣΑ ανησυχούσε για την εξαφάνιση του ΑΛΗ και ρωτούσε επίμονα τον ΤΣΙΟΚΑΝΟ για την τύχη του. Ο ΤΣΙΟΚΑΝΟΣ παρέσυρε την ΑΡΑΠΙΣΣΑ στο ρέμα, που είναι στο πάνω μέρος του σημερινού χωριού, για να την οδηγήσει τάχα στον άντρα της και εκεί την σκότωσε. Χωριανοί περισυνέλεξαν το νήπιο της ΑΡΑΠΙΣΣΑΣ που το βρήκαν πεινασμένο να θηλάζει το νεκρό στήθος της μάνας του.
“Του Σπαή ο Βράχος”
Ο βράχος αυτός που βρίσκεται πάνω από το χωριό, προς την Βαρσανίτσα, πήρε την ονομασία του από τον τούρκο Σπαή (φορατζή) που ανεβασμένος εκεί παρακολουθούσε τα αλώνια των χωριανών, για να εισπράξει την φορολογία.
“Νεραϊδοβούνι”
Ύψος 1.440μ. Είναι αντιρίδα του Μαινάλου κατάφυτη από έλατα και αποτελεί το δυτικό σκέλος της Βλαχερνιώτικης Λαγκάδας. Την κορυφή του, συνθέτουν βράχοι πελώριοι και απότομοι. Υπήρχε από τα παλιά χρόνια διάχυτος η δοξασία ότι το “Νεραϊδοβούνι” ήταν κατοικία Νεράϊδων και άλλων ξωτικών. Πολλοί ισχυρίζονταν ότι από την πλαγιά του, άκουαν φωνές, γέλια, τραγούδια νταούλια, φλογέρες και πίπιζες. Όλα αυτά τα απέδιδαν στα ξεφαντώματα των Νεράϊδων. Από αυτές πήρε το βουνό το όνομα “Νεραϊδοβούνι”. Η δοξασία αυτή έχει άμεση και στενή σχέση με τον μύθο, του κατ΄ εξοχήν αρκαδικού και ποιμενικού θεού του ΠΑΝΑ, του οποίου η μητέρα κατά μία εκδοχή ήταν η αρκαδική νύμφη Πηνελόπη. Ο ΠΑΝΑΣ ερωτιάρης, παιχνιδιάρης, τραγοπόδαρος με κέρατα και με σώμα τριχωτό, ξεφάντωνε στο Μαίναλο με νύμφες και νεράϊδες, ιδιαίτερα με τις νύμφες Ηχώ και Σύριγγα. Είναι ο εφευρέτης του ποιμενικού αυλού, της Σύριγγας, που είναι είδος φλογέρας. Του άρεσε να περιφέρεται στους απόκρημνους βράχους και σπηλιές και με ξαφνικές φωνές, κρότους και παράξενους ήχους φλογέρας να δημιουργεί πανικό στα ηρεμούντα κοπάδια του Μαινάλου και να αναστατώνει την ησυχάζουσα φύση. Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά φυσικά φαινόμενα, που στην αρχαιότητα τα απέδιδαν σε θεϊκή προέλευση, αφού και τα στοιχεία της φύσεως τα θεοποιούσαν. Στην περίπτωση του Νεραϊδοβουνίου δύο φυσικά φαινόμενα, της Σύριγγος και της Ηχούς (νυμφών ακόλουθων του Πάνα), λαμβάνουν χώρα. Ο συριγμός των ανέμων δημιουργείται από τη δασωμένη στενόμακρη Λαγκάδα η δε ηχώ από την ανάκλαση των ήχων στις κάθετες πλευρές των βράχων του βουνού.
“Φραγκούς Πηγάδι”
Εκεί είναι ένα πηγάδι βαθύ 5-6 μέτρα, ήταν χωμένο και επί προεδρίας Δημοσθένη Ρούνη το ξέχωσαν. Μέσα δούλευε ο γερο-Ντούμας όπου στον πάτο βρήκε μια κατσαρόλα χαλκοματένια. Ήταν δε χτισμένο. Στο πηγάδι πότιζαν οι Παλιοχωρίτες τα ζώα τους και έπαιρναν κι οι ίδιοι νερό. Πήρε το όνομα από μια ελληνοπούλα ονόματι Φωτεινή. Είχε πάρει ένα φράγκο στρατιώτη για άντρα της αλλά ήταν πεντάμορφη αλλά γρήγορα έχασε τον άντρα της κι έμεινε χήρα. Τη βρήκαν οι Τούρκοι στο πηγάδι και πότιζε τα ζωντανά της. Τόσο πολύ τη ζήλεψαν οι Τούρκοι που της επιτέθηκαν. Αλλά η Φωτεινή αρνηθήσα εις τας κτηνώδεις ορέξεις των Τούρκων αμυνθήσα μέχρις εσχάτων. Αφού τους κορονύχιασε και τους ξέσχισε τα ρούχα τους με τα δόντια της έπεσε μέσα στο πηγάδι και πνίγηκε για να μη γίνει περίγελος στα χέρια των αγαρινών. Οι παλιοχωρίτες τη φώναζαν Φραγκού και πήρε το πηγάδι το όνομά της. (Το δε πηγάδι το ονειρεύθει η γρια-Παναγιώτα του Λιξή, όπου ήταν στραβή και από την ευλογία είδε).
“Μάνα”
Είναι πηγή, δυτικά του Μισονερίου, όπου και με αυτό υδρευόταν το χωριό μας και το Παλιοχώρι ακόμα.
“Κρεβάτια”
Η θέσης ονομάστηκε έτσι διότι επάνω σε μεγάλα έλατα είχαν κρεβάτια, με κλάρες, οι αγωνιστές του ’21 και άλλοι φυγάδες και κυνηγημένοι από τους Τούρκους. Για αυτό λέει και το δημοτικό τραγούδι «κρεβάτι έχω τα έλατα και σκέπασμα τα χιόνια». Τα κρεβάτια “έβγαζαν” καλές φακές και ζουλίτσα.
“Αγγελόκαστρον”
Συνδέεται στενά με την ιστορία. Εκεί ήσαν πολλές οικογένειες φευγάτες από την επιδρομή του Ιμπραήμ, κυρίως γυναικόπαιδα με πολλά ζωντανά. Υπάκουαν στις διαταγές μιας καπετάνισσας, της θρυλικής Αγγέλως, αγνώστων στοιχείων. Είχε στρατηγικό μυαλό. Όταν βλέπαν ότι ξανάφαιναν οι Τούρκοι άναβαν πολλές φωτιές να παίρνουν νόβα, χαμπάρι, οι κλέφτες που ήσαν στη Λάστα και στο Αγρίδι. Βάζαν κι άναβαν κεριά στα τσέπια των γιδιών για να ξεγελούν τους Τούρκους ότι είναι πολλοί, αλλά ήσαν και ταμπουρωμένες. Όμως κατόπιν προδοσίας κατέλαβαν το “Αγγελόκαστρο” οι Τούρκοι τις αιχμαλώτισαν με τα μικρά παιδιά μαζί και τις σκότωσαν στο κεραμίδι στα “τσαπαρέϊκα” και ετάφησαν εκεί όπου το λένε στα “μνήματα” μέχρι σήμερα.
***
πηγές:
• Βιβλίο “Η ΒΛΑΧΕΡΝΑ (Αρκαδίας) Ιστορία-Λαογραφία”, έκδοση 1992 (ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Π. ΛΟΛΩΝΗΣ).
• Τοπική-λαογραφική Εφημερίδα “Τα Μαντάτα του Μπεζενίκου”.
Το δέντρο του Αγιο-Νικόλα
Με αφορμή την χθεσινή εορτή του Αγιο-Νικόλα, ο Γιώργος Καρούντζος, συν/χος γραμματέας Βλαχέρνας και συνεργάτης του vlaxerna.gr, μας έστειλε από το αρχείο του:
Το δέντρο του Αγιο-Νικόλα, λέγανε, πως είναι ακριβώς στο κέντρο του Μοριά. Ήταν ένα αιωνόβιο θεόρατο δένδρο, δρυς, δίπλα στην εκκλησία του Αγιο-Νικόλα, σε χωράφι – βοσκότοπο ιδιοκτησίας των Κουτσουγεραίων. Κανείς όμως από τους Κουτσουγεραίους δεν έλεγε «το δέντρο μας». Όλοι τους, όπως και όλοι στο χωριό έλεγαν «το δέντρο του Αγιο- Νικόλα». Και όταν τελικά έπεσε, το ξύλο του το πούλησαν και έδωσαν το αντίστοιχο ποσό για τον καλλωπισμό του Ναού.
Το εκκλησάκι αυτό παλιότερα ήταν γνωστό και ως Κακονικόλας, μάλλον από το μεγάλο κακό που έγινε εκεί, στις μάχες των Ελλήνων αρματολών με τους Τούρκους κατακτητές στην περιοχή αυτή μέχρι τον κάμπο και τον Παλιόπυργο του Ντάρα. Οι Έλληνες ύστερα από προδοσία πιάστηκαν αιχμάλωτοι και σφαγιάστηκαν στην περιοχή του Αγιο-Νικόλα. Τις επόμενες ημέρες του πολέμου, που ζύγωσε ο κόσμος να μαζέψει τους σκοτωμένους, βρήκαν έναν Έλληνα δεμένο από τους Τούρκους στον κορμό του Δέντρου, που του είχαν φάει όλες τις σάρκες τα μελιγγόνια (παμφάγα μυρμήγκια), που ήταν στην κουφάλα του Δέντρου και απόμενε δεμένος ο σκελετός του. Προφανώς τον είχαν δέσει ζωντανό. Πιθανόν τα γεγονότα αυτά να έχουν σχέση με τον πόλεμο που έγινε στον Παλιόπυργο του Ντάρα το 1715, όπου έλαβε μέρος ο Μπότσικας, προπάππους του Κολοκοτρώνη. Μέχρι το τέλος της ζωής του, το Δέντρο είχε στον κορμό του τη μεγάλη κουφάλα, όπου φώλιαζαν αμέτρητα τα μελιγγόνια και ανεβοκατέβαιναν σαν δαιμονισμένα σ΄ ολόκληρο το Δέντρο, σαν να ήθελαν να μας μεταφέρουν σε κείνα τα φοβερά γεγονότα που διαδραματίστηκαν δίπλα τους. Σώζεται και ένα λαϊκό τραγούδι για τούτα τα πολεμικά γεγονότα:
Στου Ντάρα τον παλιόπυργο και το γ-κακο-Νικόλα
πόλεμος εγινότανε και τελειωμό δεν είχε!
Και μια Αλονιστιώτισσα, αρχοντοθυγατέρα
στα μνήματα βουρλίζεται στον πύργο καταριέται!
(Προφανώς είχε χάσει τον άντρα της σε τούτο τον πόλεμο)
Εδώ δίπλα έθαψαν και τους σκοτωμένους Κουτσουγεραίους, όταν στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, αθώοι, σκοτώθηκαν από Γερμανικές σφαίρες. Το αιωνόβιο τούτο Δέντρο, που είχε ενταχθεί στον κατάλογο με τα μνημεία της φύσης, έπεσε στις 22 Σεπτεμβρίου 2012. Ο κεντρικός κορμός του είχε όλος κουφαλιάσει. Κράταγε μόνο περιμετρικά κάτω από τη φλούδα, ένας γύρος πάχους 2- 5 εκατοστών. Αρχικά έσπασε μια από τις γιγαντιαίες κλάρες του. Έχασε έτσι την ισορροπία του και αργά – αργά άνοιξε και σωριάστηκε στη γη, γύρω από τον κορμό, και έπιασε ένα στρέμμα τόπο. Μετρήσαμε με τη μεζούρα και βρήκαμε την περίμετρο του κορμού 6,45 μ., τη διάμετρο των πρώτων κλαδιών 1.30 μ.
Το δέντρο αυτό, όπως αναγράφεται στην εφημερίδα «Τα μαντάτα του Μπεζενίκου», προϋπήρχε της εκκλησίας του Αγιο-Νικόλα, που χτίστηκε από την εποχή που πέρασαν τα οστά του Αγίου Νικολάου από τη Μεσοποταμία προς τη Ρώμη. Η πομπή των καθολικών σταμάτησε κάτω από το Δέντρο και στον ίσκιο του έγινε λειτουργία. Για το λόγο αυτό χτίστηκε εκεί το εκκλησάκι.
Όπως όμως προκύπτει από την βιβλιογραφία, ο Αγ. Νικόλαος εκοιμήθη και ετάφη στα Μύρα της Λυκίας. Τα οστά του μεταφέρθηκαν στο Μπάρι της Ιταλίας το έτος 1087 αλλά δια θαλάσσιας οδού, (αναφέρεται και η συγκεκριμένη πορεία). Η αποστολή αυτή σταμάτησε σε αρκετά παράλια του Μοριά, όπου και έχουν χτιστεί εκεί εκκλησίες στη μνήμη του Αγίου. (Μήπως λοιπόν η αποστολή που πέρασε από το σημείο αυτό ήταν προσκυνητές που συνάντησαν τα μεταφερόμενα οστά.)
Στα πρόσφατα χρόνια, ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι, κάτω από το δροσερό ίσκιο του κλαριού στάλιζαν τα γιδοπρόβατα των Βλαχερναίων τσοπαναραίων της περιοχής. Ο Τσιτάγιας κρέμασε σ΄ ένα παρχάλι στον κορμό του δέντρου το ντουφέκι του, κι έκατσε δίπλα στον ίσκιο με τα τσοπανόπουλα. Ανοίξανε τα ταγάρια τους, φάγανε το ψωμί τους με το προσφάι τους και ξανακρεμάσανε τα ταγάρια τους στον κορμό δίπλα στο ντουφέκι και καθόσανε στον ίσκιο. Πάει ένα κακομαθημένο τραγί στο ταγάρι για το ψωμί, κι όπως το πασπάτευε, μπερδεύτηκε η λουρίδα του ντουφεκιού στα κέρατα του. Χουγιάξανε το τραγί οι τσοπάνηδες, και ΄κείνο φεύγοντας παίρνει μαζί του και το δίκαννο που ήταν γεμάτο. Πρόγκηξε το τραγί, αναστάτωσε και το υπόλοιπο κοπάδι κι έγινε ο κακός χαμός. Το τραγί με το δίκαννο μπερδεμένο στα κέρατα του πήδαγε αφηνιασμένο ανάμεσα στα γίδια και τους τρομοκρατημένους τσοπάνηδες. Ο Τσιτάγιας είδε τον κίνδυνο από το γεμάτο δίκαννο που σερνόταν στο αγριεμένο ζώο κι άρχισε να φωνάζει στα τσοπανόπουλα: ΠΡΙΝΙΔΟΝ! ΠΡΙΝΙΔΟΝ! (να πέσουν κάτω). ΜΠΑΜ, ΜΠΑΜ!!! Ακούνε τις ντουφεκιές… Σηκώνουν τα κεφάλια τους και βλέπουν ένα βετούλι να σπαρτσαράει…!!!
Το ιστορικό τραγούδι-μοιρολόι «Του Στριφτόμπολα»
Η χορωδία του Συλλόγου των Απανταχού Βλαχερναίων, στα πλαίσια της συμμετοχής της στις εκδηλώσεις για την 200η επέτειο από τη έναρξη της επανάστασης του 1821 και με την ευκαιρία της επετείου της νικητηρίου μάχης του Λεβιδίου (14 Απριλίου 1821), κατά την οποία έπεσε ηρωικά μαχόμενος ο ήρωας της επανάστασης Αναγνώστης Στριφτόμπολας, αφιερώνει το ιστορικό τραγούδι-μοιρολόι «Του Στριφτόμπολα».
Τραγουδάει το μέλος και υπεύθυνος της Χορωδίας
Θανάσης Κουτσούγερας.
14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΛΕΒΙΔΙΟΥ
Μα είχαν τα νύχια κό- άιντε, μπάρμπ’Αναγνώστη,
Αναγνώστη μου, κό- μωρέ, κόκκινα
Μα είχαν τα νύχια κόκκινα, μωρέ, και τα φτερά βαμμένα
Είχαν και στα κεφά- άιντε, μπάρμπ Αναγνώστη κι Αντωνάκη,
κεφά- στα κεφάλια τους
Είχαν και στα κεφάλια τους, μωρέ, μαντίλια λερωμένα
Μοιρολογούσαν κι έ- άιντε, μπάρμπ Αναγνώστη,
Αναγνώστη μου, κι έ- μωρέ, κι έλεγαν
Μοιρολογούσαν κι έλεγαν, μοιρολογάν και λένε
Κείν’ το κακό που γίνηκε στη μέση το Λεβίδι
Σκοτώσαν το Στριφτόμπολα αυτόν τον Αναγνώστη.
Άφησε χήρα τη γυναίκα του, Αγγελική Στριφτομπολίνα, και ανεξακρίβωτο αριθμό παιδιών. Πάντως, ένα από τα παιδιά του, ο Γεώργιος Στριφτόμπολας, έλαβε μέρος και διακρίθηκε σε μάχες της Επανάστασης.
ΕΠΕΤEΙΑΚΟ ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΒΛΑΧΕΡΝΑΙΩΝ
ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΒΛΑΧΕΡΝΑΙΩΝ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΗΣ 200ης ΕΠΕΤΕΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου των Απανταχού Βλαχερναίων, σήμερα την 25η Μαρτίου 2021 και για τον εορτασμό της 200ης επετείου από την έναρξη της επαναστάσεως του 1821, εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο αποτίει φόρο τιμής σε όλους όσους συνέβαλαν στην απελευθέρωση του έθνους μας. Το χωριό μας δεν έμεινε πίσω σε αυτήν την προσπάθεια, αλλά είχε σημαντική και διαρκή συνεισφορά στην αντίσταση κατά του κατακτητή και στον αγώνα για την απελευθέρωση. Η επιτυχής αντίσταση των κατοίκων της περιοχής στο «Κάστρο Μπεζενίκο» κατά του Μωάμεθ του Β’ του Κατακτητή, η εξόντωση των «σπαχήδων» από τους ντόπιους που είχε ως αποτέλεσμα τη μετέπειτα καταστροφή του χωριού, η συμμετοχή των συμπατριωτών μας στη διάνοιξη της «γράνας» έξω από την Τρίπολη, κατά την εκεί πολιορκία της πόλης, η συμβολή τους στις επαναστατικές δραστηριότητες τόσο με «αναγνωρισμένους» στρατιώτες όσο και με «αταξινόμητους», η αντίσταση και ο ηρωικός θάνατος του καπετάν-Δημήτρη του Τσαρουχά στο Σαχτοκούλι, οι επαναστατικές δραστηριότητες του στρατηγού Αλεξίου Νικολάου του Λεβιδιώτη (ή καπετάν Αλέξη), η αντίσταση κατά των ορδών του Ιμπραήμ στην Ι.Μ. Παναγίας της Ελεούσας και στο Κάστρο Μπεζενίκος, αποτελούν τεκμήρια του πόθου των κατοίκων για ελευθερία.
Αν και λόγω της πανδημίας δεν κατέστη δυνατόν να υλοποιήσουμε τις προγραμματισθείσες επετειακές μας δράσεις, εντούτοις δεν τις εγκαταλείπουμε. Θα τις υλοποιήσουμε σε εύθετο χρόνο, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Άλλωστε, η διατήρηση της ιστορικής μας μνήμης και κληρονομιάς, δεν θα πρέπει να είναι αναγκαστικά αντικείμενο μιας συγκυρίας, όπως είναι ο επετειακός εορτασμός, αλλά να αποτελεί αντικείμενο μιας διαρκούς προσπάθειας για την διάσωση και την ανάδειξή της. Έτσι, θα μπορέσουμε όλοι μας να συμβάλουμε στη δημιουργία ενός κράτους, που θα γνωρίζει και θα σέβεται το παρελθόν του, αλλά και θα αγωνίζεται και θα παλεύει για ένα καλύτερο μέλλον.
Τιμή και δόξα στην επανάσταση του 1821.
200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ ΗΡΩΑΣ, ΠΕΣΩΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ!
Φέτος με την ευκαιρία του εορτασμού των 200 χρόνων από την Ελληνική επανάσταση του 1821, έρχεται στην μνήμη μας οι μεγάλες στιγμές της Ηρωικής δράσης των μεγάλων γεγονότων της, αλλά και μικρότερες όπως του καπετάν Δημήτρη Τσαρουχά από τον Μπεζενίκο, που μας θυμίζει την ρύση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη: “Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς αν δεν είμεθα τρελοί δεν εκάναμε επανάσταση”.
Ο Δημήτριος Τσαρουχάς ήταν ήρωας της Επαναστάσεως του 1821 που σκοτώθηκε σε νεαρή ηλικία (περίπου 23 ετών) σε μάχη εναντίον των Τούρκων στον «Άγιο Αιμιλιανό», που βρίσκεται στη θέση Σαχτοκούλι, κοντά στις σημερινές «Μουριές».
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, ήταν από τους πρωτεργάτες του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία στην περιοχή της Βλαχέρνας (τότε Μπεζενίκου).
Φέρεται δε, ως ένας από τους δεκατρείς (13) υποψηφίους καπετάνιους του χωριού, στο περιστατικό κατά το οποίο ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης είχε πει την ανέκδοτη φράση: «Δώδεκα Μπεζενικιώτες, δεκατρείς καπεταναίοι» όταν είχε ζητήσει από τους ντόπιους να ορίσουν έναν καπετάνιο για την περιοχή τους και εμφανίστηκαν περισσότεροι υποψήφιοι απ’ όσες ήταν τότε οι οικογένειες στην περιοχή. Σύμφωνα δε, με ορισμένες πληροφορίες, ο Κολοκοτρώνης, τελικά, είχε χρήσει τον Δημήτρη Τσαρουχά ως καπετάνιο, αν και οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν διασταυρωθεί.
Αν και για τη ζωή του, δεν υπάρχουν πολλές τεκμηριωμένες πληροφορίες, εντούτοις για το θάνατό του, οι διηγήσεις των παλαιοτέρων συγκλίνουν τουλάχιστον ως προς τα βασικά τους στοιχεία. Λέγεται ότι ο θάνατός του έλαβε χώρα είτε στις αρχές της Επανάστασης του 1821 είτε κατά την περίοδο που έκανε επιδρομές στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ Πασάς (1825-1828). Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ένα τούρκικο ασκέρι, υπό την ηγεσία του Αγά Αλή, είχε καταυλισθεί γύρω από τον πύργο του Αγά στη θέση «Λιβάδι». Ήταν, κατά την παράδοση, επίλεκτοι πολεμιστές. Σχεδίαζαν δε, να πάνε στα χωριά Χωτούσα, Κώμη, και Δάρα για πλιάτσικο. Ένας Μπεζενικιώτης, με το όνομα Κωνσταντίνος Καραχάλιος, που τον χρησιμοποιούσε ο εκεί διαμένων αγάς για διάφορα θελήματα, άκουσε τα σχέδια των Τούρκων και τα μετέφερε στον καπετάν-Δημήτρη. Αυτός αποφάσισε να τους εμποδίσει στον Άγιο Αιμιλιανό και έστησε καραούλι στη θέση «Σαχτοκούλι», κοντά στην τοποθεσία που σήμερα είναι γνωστή ως «Μουριές».
Μάλιστα λέγεται ότι είχε συμφωνήσει με τον συντοπίτη του Καραχάλιο να σταθεί στην τοποθεσία που σήμερα είναι το «Αλώνι του Αρτέμη» και να παρακολουθεί την πλευρά που βλέπει προς το «Μετόχι», ενώ αυτός, ο καπετάν Δημήτρης, ταμπουρώθηκε στη θέση «Καραούλι» απάνω από τις Μουριές να φυλάει το μέρος από το οποίο περνάει ο δρόμος προς τη Χωτούσα και «βλέπει» προς τα Ξενοπλιάνικα. Μάλιστα, κατά μία εκδοχή, λέγεται ότι του είχε αναθέσει να προσέχει και τα άλογα που είχαν για διαφυγή, σε περίπτωση που οι Τούρκοι προσπαθούσαν να τους περικυκλώσουν. Συγκεκριμένα, αν έβλεπε, λέει, ότι οι Τούρκοι ανηφόριζαν στην πλαγιά που πάει σήμερα κατά τα «Δρακέικα καλύβια», να τον ειδοποιήσει, «σφυρίζοντας κλέφτικα», για να διαφύγουν και οι δύο με τα άλογα προς τις «Φυλαχτρίτσες» (θέση πάνω από τη Βρύση της Καστανιάς). Όταν φάνηκε η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων, ο καπετάν-Δημήτρης τους αντιμετώπισε με θάρρος. Καθώς ήταν άριστος σκοπευτής κατάφερε μεγάλο πλήγμα σκοτώνοντας έξι (6) από τους επερχόμενους Τούρκους.
Πίσω τους όμως έρχονταν άλλοι 26 καβαλαραίοι οι οποίοι, όταν πλησίασαν και είδαν τους νεκρούς, έκαναν γιουρούσι προς το ταμπούρι του για να τον κυκλώσουν. Εν τω μεταξύ τα άλογα των σκοτωμένων αφήνιασαν από τους πυροβολισμούς και τον αχό της μάχης και τρομαγμένα κάλπασαν προς το «Βαλμαδιό» και τη «Σπηλιά». Λέγεται τότε ότι ο συντοπίτης του εγκατέλειψε την θέση του και έτρεξε να τα πιάσει που έφευγαν, χωρίς να σκεφτεί να δώσει σήμα στον καπετάν-Δημήτρη να φύγει κι αυτός. Ο καπετάν-Δημήτρης, αφοσιωμένος στη μάχη, δεν κατάλαβε ότι ο συντοπίτης του έφυγε, ούτε ότι οι Τούρκοι έκαναν περικυκλωτική κίνηση. Έτσι, οι Τούρκοι, ανεβαίνοντας από τη συγκεκριμένη πλευρά, τον κύκλωσαν στο ταμπούρι του, στον Άγιο Αιμιλιανό, πίσω από μια κοτρόνα, και τον σκότωσαν.
Πολύ λίγα πράγματα είναι γνωστά για το τι απέγινε η σορός του σκοτωμένου ήρωα. Ένα από αυτά είναι ότι, χρόνια μετά το γεγονός (στα μέσα του περασμένου αιώνα), όταν οι Ξενοπλιανίσιοι έσκαβαν στη θέση «στου Λιά το χέρωμα» για να φτιάξουν ένα καμίνι, ανακάλυψαν έναν ανθρώπινο σκελετό τον οποίον ορισμένοι θεώρησαν ότι μπορεί να ανήκε στον καπετάν-Δημήτρη. Πέραν τούτου δεν υπάρχουν πληροφορίες για το τι απέγινε ο εν λόγω σκελετός. Το μόνο που έχει μείνει ως παράδοση είναι ότι, παρά τις προσπάθειες, το καμίνι δεν κάηκε ποτέ!
Όταν σκοτώθηκε ο καπετάν-Δημήτρης άφησε πίσω του τη νιόπαντρη γυναίκα του και το μόλις μερικών μηνών παιδί του, τον Αναστάση, που λέγεται ότι είχε ονομαστεί έτσι για να συμβολίζει την «ανάσταση» του Γένους.
Επειδή, κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών με τους Τούρκους, οι Έλληνες, πολλές φορές, για να μην τους πιάσουν οι Τούρκοι, έφευγαν από βουνό σε βουνό και άφηναν πίσω τους το βιος τους και πολλές φορές και τα πολύ μικρά παιδιά, (για να μην τους προδώσει το κλάμα τους) έτσι και άφησαν πίσω τους το νεογέννητο γιο του καπετάν-Δημήτρη, τον Αναστάση, σε μια εσοχή βράχου πάνω από τα Ξενοπλιάνικα. Μέχρι να φύγουν οι Τούρκοι από την περιοχή πέρασαν ημέρες. Όλοι πίστευαν ότι το μικρό παιδί, μετά από τόσες ημέρες χωρίς φαγητό, θα είχε πεθάνει. Όμως μια σκύλα που ήταν γεννημένη, φύλαγε το παιδί, το βύζαινε και το ζέσταινε. Όταν επέστρεψαν οι δικοί του στη σπήλια, βρήκαν το παιδί ζωντανό. Επειδή το παιδί είχε πιει σκύλας γάλα, τους απογόνους του, τους αποκάλεσαν με το παρατσούκλι: «σκυλόγαλα».
Η γυναίκα του (χήρα), επ’ ονόματι Χρύσω, παντρεύτηκε πάλι. Η παράδοση λέει ότι προέρχονταν, πιθανότατα από το σόι των Κατσουλαίων. Αυτοί είχαν ένα κοπέλι από την Κώμη που επονομαζόταν Ντόκος. Έτσι, πάντρεψαν τη χήρα του καπετάν-Δημήτρη με το κοπέλι τους και οι Ντοκαίοι της Βλαχέρνας απέκτησαν συγγένεια με τους Τσαρουχαίους. Πέραν του Αναστάση, ο καπετάν-Δημήτρης είχε και μία αδελφή. Αυτή παντρεύτηκε έναν Τσιώλη από το Λεβίδι. Η εν λόγω οικογένεια των Τσιωλαίων εγκαταστάθηκε και έμεινε στην Επίδαυρο.
Όσον αφορά στην περιουσία του, λέγεται ότι ο καπετάν-Δημήτρης είχε πολλά κτήματα στην περιοχή που είναι βορείως από τις «Μουριές». Όταν σκοτώθηκε, τα κτήματά του, λέγεται ότι τα πήραν οι υπόλοιποι Μπεζενικιώτες.
Το ταμπούρι του σώζεται ακόμη και σήμερα. Δυστυχώς, δεν έχει ληφθεί κάποια μέριμνα έτσι ώστε να τοποθετηθεί κάποιο τοπόσημο ως τιμή προς το παλικάρι που έπεσε μαχόμενο για την ελευθερία.
Ο Αρκαδικός λαός και ιδιαίτερα ο Μπεζενίκος ύμνησε τον Καπετάν-Δημήτρη με αθάνατους δημοτικούς στίχους:
“Καπετάν Δημήτρης Τσαρουχάς”
Ένας Αϊτός ροβόλαγε από τον Μπεζενίκο,
στον κάμπο φτάνει στις Μουριές, μέσα στο Ξενοπλιάνικο.
Γιά σας, χαρά σας βρε παιδιά. Καλός το παλικάρι,
μην είδατε τον Τσαρουχά τον Καπετάν Δημήτρη.
Αϊτέ μου αυτός δεν είναι εδώ και δω μην τον γυρεύεις
μον πέτα στον Αιμηλιανό, στο Σταχτοκούλι,
εκεί θα βρεις κορμί λεβέντικο, σφαγμένο σκοτωμένο
εκείνο είναι το κορμί του καπετάν Δημήτρη.
Εσείς βουνά της Καστανιάς, βουνά και του Μαινάλου
τους κλέφτες τι τους κάνατε, τον Καπετάν-Δημήτρη.
Αυτός πήγε και ταμπουρώθηκε μέσα στο Σταχτοκούλι
μας είπαν πως λαβώθηκε μες το δεξί το μάτι.
Κι΄ λεν πως δεν θα ξαναρθεί, δεν θα τον ξαναδούμε
μον΄ άφησε ορφανό παιδί, τον Αναστάση λένε.
Για κλάψτε βουνά της Καστανιάς και σεις κρυοβρυσούλες
Τον χάσαμε τον Τσαρουχά τον Καπετάν Δημήτρη.
“Του καπετάν-Δημήτρη (Τσαρουχά)”
Σαν τι κακό που έγινε κάτου στο Σαχτοκούλι
τον καπετάνιο σκότωσαν, και κλαιν οι φίλοι ούλοι.
Σκοτώθηκεν ο Τσαρουχάς, ο καπετάν-Δημήτρης
και κλαίει όλος ο ντουνιάς κι ερήμωσε το σπίτι.
Τους Μπέηδες δεν έτρεμε, τους Τούρκους δεν φοβούνταν
τη μπαμπεσιά σκιαζότανε, το πούλημα νοιαζόταν.
Και μία μέρα βροχερή, μία φαρμακωμένη
οι Τούρκοι ξεπροβάλανε και πλιάτσικο ζητούσαν
πέρα στα Ξενοπλιάνικα και δώθε από τον Λοντζάχο.
Μπροστά τους εκαρτέρεσε, στα ίσια τους εστάθη
και με τουφέκι τους βαρεί, μακριά τους εκρατούσε.
Μα αυτοί τον εκατάλαβαν πως μόνος του βρισκόταν
και γύρω-γύρω πέρασαν, στην πλάτη του βρεθήκαν.
Πολλές φορές του έριξαν και τρεις τον εβαρέσαν
η μια τον βρήκε στο πλευρό κι άλλη εις τον ώμο.
Κι η τρίτη η φαρμακερή τον βρήκε μες στα στήθια.
Δεν είναι το θανατικό, δεν είναι η ανημπόρια
μα είναι το ορφάνεμα σ’ ολάκερη φαμίλια.
Που το παιδί του ορφάνεψε και η πείνα το θερίζει
σκυλιά το εζεστάνανε και σκύλες το ταίσαν.
“Κακό μεγάλο έγινε”
Κακό μεγάλο έγινε
ο Καπετάνιος πέθανε.
Γιε μ’ κάτου στο Σαχτοκούλι
Κλαίν’ στο Μπεζενίκο ούλοι.
Σκοτώθηκε ο Τσαρουχάς
και κλαίει όλος ο ντουνιάς.
Κλαιν’ οι Κολοκοτρωναίοι
οι κλέφτες κι οι καπεταναίοι.
Εχάσαμε τον Τσαρουχά
που ‘χε τρομάξει την Τουρκιά,
Γιε μου τον καπετάν-Δημήτρη
κι άφησε ορφανά και σπίτι.
Το 1821 είναι η χρονιά που ο Ελληνικός λαός σήκωσε το λάβαρο της επανάστασης και όπως ειπώθηκε δια στόματος Θεόδωρου Κολοκοτρώνη: “όταν αποφασίσαμε να κάμωμε επανάσταση δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις”. Έτσι και ο Δημήτρης Τσαρουχάς δεν συλλογίστηκε ότι μόνος θα αντισταθεί στους Τούρκους και ότι αυτοί είναι πολλοί, αλλά ακολούθησε την δύναμη της ψυχής και τον πόθο για ελευθερία μένοντας μόνος ταμπουρωμένος και αντιμετώπισε τον εχθρό, επαληθεύοντας τον Ρήγα Φεραίο: “καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή”.
Αφιέρωμα στην μνήμη του.
Οι απόγονοι του.
“Οι άρρενες απόγονοι του Δημήτρη Τσαρουχά”
Ανήμερα της 25ης Μαρτίου 2021,ο μικρότερος απόγονος του ήρωα Δημήτρη Τσαρουχά, που διαμένει στην Βλαχέρνα, Αθανάσιος Θεοδ. Τσαρουχάς, αποδίδων τιμές στον προπάτορα.
ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΑ.
Κατά την Εαρινή επίθεση του 1921 του Ελληνικού Στρατού εναντίον της οχυρής Τουρκικής θέσης ΑΒΓΚΙΝ-ΚΟΒΑΛΙΤΣΑ, της γνωστής ως γραμμής Ινονού, πλησίον στο Εσκή Σεχήρ, από το πρωί της 15ης Μαρτίου οι Μεραρχίες ΙΙΙ, Χ,VI, του Γ΄ Σώματος Στρατού, δέχτηκαν σφοδρές επιθέσεις ισχυρών Τουρκικών δυνάμεων, που άφησαν στο πεδίο της μάχης πολλούς νεκρούς. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Στρατιώτης Αναστάσιος Σωτ. Τσαρουχάς που έπεσε ηρωικά μαχόμενος στο πεδίο της μάχης.
Ο Αναστάσιος ήταν το δεύτερο αγόρι του Σωτήρη Αναστ. Τσαρουχά και της Αικατερίνης Γαλάνη, αδέλφια του η Γεωργία, ο Χαράλαμπος, ο Ηλίας και ο Θεόδωρος, γεννημένος το 1901 στον Μπεζενίκο νυν Βλαχέρνα Αρκαδίας.
Απόγονος του Δημητρίου Τσαρουχά, που σκοτώθηκε από τους Τούρκους σε μάχη στη τοποθεσία Σταχτοκούλη πλησίον στα Ξενοπλιάνικα του Μπεζενίκου, αφήνοντας ορφανό το μόλις έξι μηνών παιδί του, τον Αναστάσιο Τσαρουχά (πατέρα του Σωτήρη) και συνεχιστή της γενιάς των Τσαρουχαίων, που ονομάσθηκαν «σκυλόγαλα». Και αυτό διότι μετά την διαφυγή των οικογενειών κυνηγημένων από τους Τούρκους, άφησαν το μωρό σε μία εσοχή βράχου και όταν επέστρεψαν μετά από μέρες το βρήκαν ζωντανό να το βυζαίνει η «γεννημένη σκύλα» που διέθετε η οικογένεια, εξ ου και το παρανόμι «σκυλόγαλο».
Η Ελληνική φυλή για την πλήρη εθνική αποκατάσταση μετά την απελευθέρωση του 1821 και την σύσταση του νεώτερου Ελληνικού κράτους προέβει σε απελευθερωτικούς αγώνες με τους Τούρκους. Μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) οι σύμμαχοι, μετά από ενέργειες του Ελευθέριου Βενιζέλου, ανέθεσαν στον Ελληνικό Στρατό την κατάληψη της περιοχής της Σμύρνης.
Ο Αναστάσιος Σωτ. Τσαρουχάς κατετάγη στον Ελληνικό Στρατό για να υπηρετήσει την πατρίδα του και βρέθηκε στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με την εξέλιξη της εκστρατείας του Γ΄ Σωμ. Στρατού με επικεφαλής τον Υποστράτηγο Βλαχόπουλο Αριστοτέλη από 29-1-1921 έως 10-5-1921, την περίοδο της εξέλιξης της μάχης στο ΑΒΓΚΙΝ.
Η τοποθεσία Αβγκίν–Κοβαλίτσα την οποία οι Τούρκοι ονόμαζαν γραμμή Ινονού, είχε επιλεγεί από τους Τούρκους προς αντιμετώπιση ενδεχόμενης Ελληνικής επίθεσης προς Εσκή Σεχήρ – συγκοινωνιακός κόμβος προς Άγκυρα. Ήταν οργανωμένη με πολλά και βαθειά χαρακώματα, ενισχυμένη δε με περιβολάς και συρματοπλέγματα.
Μετά την προέλαση του Γ΄ Σ.Σ. από την περιοχή της Προύσης προς Εσκη Σεχήρ, την 10ην Μαρτίου άρχισε η επίθεση με τις Χ, ΙΙΙ, VΙΙ, Μεραρχίες, συν την Ταξιαρχία Ιππικού και την 13ην Μαρτίου ήρθε σε επαφή με την οχυρά θέση Μετρές τεπέ-Αβγκίν.
Με συνεχείς αγώνες την πρωία 8:20πμ της 15ης Μαρτίου, η ΙΙΙ Μεραρχία εξακολούθησε την επίθεσην προς Αβγκίν, το δε 6ον Σύνταγμα πεζικού επιτιθέμενο προσέγγιζε την βόρεια παρυφήν του χωρίου Αβγκίν. Το 6ον Σύνταγμα έφθασε μπροστά στα συρματοπλέγματα, εβάλλετο δε τόσον κατά μέτωπον όσο και από τα πλευρά, από πολυβόλα εγκατεστημένα εντός των οικιών πλαγιοφυλάσσοντας τα χαρακώματα.
Η μάχη συνεχίστηκε, διατηρώντας όλη την σφοδρότητα της μέχρι την 13:00μμ, όπου και κόπασε στις 14:00μμ και τότε οι Ελληνικές δυνάμεις επανέλαβαν την επίθεσην. Μέχρι της 18:00μμ όταν η μάχη διεκόπη, οι Τούρκοι είχαν ενεργήσει κατά του δεξιού της ΙΙΙ Μεραρχίας 22 σφοδρές αντεπιθέσεις, οι οποίες αποκρουσθήκαν δια της λόγχης.
Λόγω της μεγάλης σφοδρότητας του αγώνος, έγινε μεγάλη κατανάλωση πυρομαχικών και την εσπέρα διαπιστώθηκε έλλειψη αυτών. Οι απώλειες της Μεραρχίας την 15ην Μαρτίου 1921 υπήρξαν σημαντικές, 12 νεκροί και 48 τραυματίες Αξιωματικοί και 800 οπλίτες εκτός μάχης.
Η μάχη στη περιοχή Τεπέ-Αβγκίν-Κοβαλίτσα συνεχίστηκε με σφοδρότητα έως την 23η Μαρτίου, όπου και το Γ΄ Σ.Σ. συμτήχθει σε αμυντικήν οργάνωση ζώνης. Οι απώλειες του Γ΄ ΣΣ κατά τους αγώνες Αβγκίν–Κοβαλίτσης ανήλθαν σε 4285, εξ αυτών 211 Αξιωματικοί. Από αυτούς ήταν 707 νεκροί (εκ των οποίων 55 οι Αξιωματικοί) και 3075 τραυματίες (εκ των οποίων 149 οι Αξιωματικοί) και 503 αγνοούμενοι (εκ των οποίων 7 οι Αξιωματικοί).
Μέσα σ΄ αυτό το περιβάλλον που περιγράφετε ανωτέρω έπεσεν ηρωικώς μαχόμενος ο Στρατιώτης Αναστάσιος Σωτηρ. Τσαρουχάς, αφήνοντας την τελευταία του πνοή εκεί στα ποτισμένα με άφθονο Ελληνικό αίμα υψώματα του Αβγκίν. Σύμφωνα με μαρτυρία συμπολεμιστή του, από το Κακούρι (Αρτεμίσιο Αρκαδίας), ο Αναστάσιος σκοτώθηκε την στιγμή που σηκώθηκε να σαλπίσει επίθεση, καθότι ήτο σαλπιγκτής, παρά την προτροπή να παραμείνει σκυφτός στο ανάχωμα.
Στην ίδια μάχη (21-3-1921) σκοτώθηκε και έτερος Βλαχερναίος, ο Στρατιώτης Νικόλαος Π. Καρούντζος. Η Βλαχέρνα στην Μικρασιατική εκστρατεία στα πεδία των μαχών έδωσε, εκτός των παραπάνω, και τα τέκνα της, Μήτρο Γ. Πανούση (Δεκανέα) στη μάχη Ταμπούρ Ογλού την 11-14 Αυγούστου 1921 και τους Διαμαντή Ι. Κολλίντζα, Ανδρέα Γ. Ξουράφη, στρατιώτες στην μάχη του Κάλε Γκρότο 13-18 Αυγούστου 1921, δύο από τις φονικότερες μάχες του Ελληνικού Στρατού, πλησίον του Σαγγάριου ποταμού στο δρόμο προς Άγκυρα.
Η εν λόγω εκστρατεία είναι η διαρκέστερη χρονικά και η μεγαλύτερη γεωγραφικά στρατιωτική επιχείρηση που ανέλαβε το νεότερο Ελληνικό κράτος. Εκατό χρόνια μετά την Ελληνική επανάσταση του 1821, ο Ελληνικός Στρατός προέλασε στα όρια της Άγκυρας και μόνον η σκέψη, εκατό χρόνια μετά, πλέον προκαλεί δέος.
Σήμερα, ας φέρουμε στη μνήμη μας, εκείνους που θυσίασαν την ζωή τους, αυτό το πολύτιμο αγαθό του ανθρώπου, για να μένουμε εμείς ελεύθεροι και να απολαμβάνουμε τα αγαθά της ελευθερίας και της Δημοκρατίας.
Ως ελάχιστο φόρο τιμής να θυμόμαστε τους Βλαχερναίους, οι οποίοι θυσιάστηκαν στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας και τα ονόματα τους είναι σκαλισμένα στο μνημείο των Ηρώων στον περίβολο της Εκκλησίας της Μητρόπολης του Αγίου Αθανασίου στο χωριό μας.
Ας μη λησμονούμε, ότι οι νεκροί μας, μισούν την αδιαφορία.
Δόξα και Τιμή στους άξιους,
γενναίους ήρωες προγόνους μας !!!
*** Το αφιέρωμα αυτό προς Τιμήν του Αναστασίου Σωτ. Τσαρουχά, γίνεται από τους απογόνους των οικογενειών των αδελφών του, Ηλία και Θεοδώρου Σωτ. Τσαρουχά.
15-3-2021
Πηγή: ΕΠΙΤΟΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΙΣ ΜΙΚΡΑΝ ΑΣΙΑΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑΣ 1919-1921 ΓΕΑ/ΔΙΣ (Αθήναι 1967).
Σήμερα 15 Μαρτίου 2021 συμπληρώνονται εκατό χρόνια (100) από τον θάνατο του Στρατιώτη Αναστασίου Σωτ. Τσαρουχά. Τελέστηκε προς τιμήν του, επιμνημόσυνη δέηση, στο μνημείο των ηρώων του χωριού μας. Στο μνημόσυνο το παρόν έδωσε εκ μέρους των απόγονων του ήρωα Αναστασίου Σωτ. Τσαρουχά, ο ανιψιός του, Σωτήριος Ηλ. Τσαρουχάς (ετών 92).
Αιωνία του η μνήμη!
ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ μιας άλλης εποχής (του αειμνήστου Λαογράφου Φίλιππα Κολλιόπουλου)
Τις Απόκριες γινόταν το μεγαλύτερο ξεφάντωμα στο χωριό. Στην Μεσιανή βρύση ήταν και η πλατεία του παλιού χωριού βαράγανε δύο ορχήστρες με τα όργανα της εποχής: Νταούλι, πίπιζα και καραμούζα. Ο Θοδωρής ο Ντόκος πίπιζα και ο αδελφός του ο Φουσκοπέτσης νταούλι.
Η ψιλομαρίδα ήταν κουρνιασμένη πάνω στην καμάρα της βρύσης για την θέα. Δεν υπάρχει σήμερα πουθενά τέτοια βρύση με την μεγαλοπρέπεια που είχε αυτή η βρύση με τα σκαλιστά αγκωνάρια της, με την σκαλιστή φάτσα της, με τις ζαλώστρες της, με τις πλύστρες της, με τις δύο μεγάλες μαρμαρένιες κορίτους της και τα δυο ντουλάπια της. Ήταν μεγάλο λάθος το γκρέμισμά της.
Ο Ντοκοθοδωρής και ο αδερφός του ο Μήτσος ήσαν, σαν οργανοπαίχτες, μεγάλη φίρμα της εποχής. Την εκμετάλλευση της πλατείας την είχε το Λαϊκό καφενείο του Τρύφωνα του Σκασίλα. Τότε δούλευε το κατοστάρι με το κρασί, καμιά μαστίχα και λουκούμια.
Χόρευαν γέροι με τις λουλακάτες πουκαμίσες, ζωσμένοι τα σιλάχια στολισμένα με μυρσίνες καλαματιανές, με τις φουντωτές γιορτινές πίγκες1 τους, με τις σκάλτσες και τις μαύρες γονατάρες τους. Τα ωραία χαριτωμένα σταυρωτά τους και τα μπαρέζια τα κόκκινα και τα καφετιά. Σε έπαιρνε μια χαρά. Πολλοί γέροι φόραγαν και φουστανέλες και οι νέοι επίσης ατσαλάκωτοι με τις ίδιες στολές, ενώ λίγοι νέοι φορούσαν ευρωπαϊκά ρούχα.
Οι γριές με τα μακριά αλατζένια2 φουστάνια τους, με τους χαρμπαλάδες3 που ήταν γρανιτουρισμένοι με ταμπέλες, με τις ωραίες μπόλκες4 και τις όμορφες μπελερίνες5, τα ζαχαριά και τα κανελιά μαντήλια με τα κλαριά. Τα ζαχαριά τα λουλάκωναν με λουλάκι.
Οι νέοι με τις φουστανέλες και τα φέσια με τις γαλάζιες φούντες και τα κορίτσια ντυμένα αμαλίες με τα παπάζια6 τους, τα ασημοζούναρα στο λαιμό τους που ακτινοβολούσαν και τα φλωριά στο μέτωπό τους άστραφταν.
Χόρευαν τα νιάτα και τα γηρατειά αντάμα και τσούγκριζαν τα ποτήρια με το κοκκινέλι του Σκασίλα. Οι χαλκωματένιες και τρύπιες πενταροδεκάρες πέφτανε σαν βροχή στα όργανα και τόσο μερακλωνόταν ο γερο-Θοδωρής με την πίπιζα φούσκωνε τα μάγουλα και τα μάτια του πεταγόσανε σαν του βατράχου. Του κόλλαγαν και δεκάρες στο κούτελο με φτύμα κι έκανε πίσω το κεφάλι του να μην πέσουν. Ο δε Φουσκοπέτσης βημάτιζε δίπλα σε αυτόν που χόρευε βαρώντας το νταούλι ρυθμικά.
Ξάφνου βλέπω τον Γιώργη τον Ντόκο τον μοναχογιό και κανακάρη του γερο-Θοδωρή μάζευε τις δεκάρες και άλλες έριχνε στο πιάτο και άλλες κρυφά έριχνε στην τσέπη του και τα παπούτσια του. Αντιληφθείς ο Φουσκοπέτσης την “κλεψιά” του κοπάνησε δύο-τρεις με το νταουλόξυλο στο κούκουρο7 κι ευθύς πετάχτηκαν όλοι. Ο μικρός Γιώργης έφυγε κλαίγοντας από τους πόνους και στάθηκε στο Παλιοχώρι. Που να πλησιάσει πάλι στην ορχήστρα· έβλεπε τον Φουσκοπέτση και τον έκοβε κρύος ιδρώτας. Ο χορός και τα γλέντια τελείωναν το βράδυ και πήγαιναν ν’ αποκρέψουν.
Τα παιδαρέλια έπαιζαν τις αμάντζες και όποια παρέα κι αν κέρδιζε πήγαιναν όλοι μαζί στα σπίτια των χαμένων τρωγόπιναν και γλεντοκοπούσαν κι απ’ το τηγάνι έβγαιναν ζεστές τηγανίτες.
Στον πλάτανο του Βρέντα στο μαγαζί του Ζηντάρη βάραγε καραμούντζα ο Νικολάτσης ο Τσαρουχάς και ο Γιώργης ο Κατσούλης (ο Τζιωβίνης) νταούλι. Εκεί ήταν το Τσαρουχέϊκο συνάφι, Κατσουλέοι και διάφοροι τσοπάνηδες. Δούλευε το κατοστάρι με το κρασί και η οκά αλλά υπήρχε κέφι και καλαμπούρι.
Στις 1:00 με 2:00 η ώρα το απόγευμα σταματούσε ο χορός για λίγο. Τότε άρχιζαν να ξαναφαίνουν και να ξεφαντώνουν οι μασκαράδες από διάφορα σημεία κι άρχιζαν οχλαγωγίες, γέλια και λαχτάρες. Οι θαμώνες του καφενείου βγήκαν κι αυτοί έξω να ιδούν τι τρέχει , μήπως μάλωσαν στο χορό. Και είδαν κι αυτοί έκπληκτοι το σινάφι των μασκαράδων: ένας ήταν ντυμένος Παπάς και λιβάνιζε τον κόσμο με στάχτη που είχε σε έναν τορβά.
Άλλος ήταν ντυμένος Γιατρός, Νύφη, γαμπρός όπου επακολουθούσε η λιποθυμία της νύφης, εκεί είχε το μεγαλύτερο καλαμπούρι όταν επενέβαινε ο γιατρός με μια παλιοτσάντα γεμάτη γιδοκοπριές για χάπια. Ένας ήταν ντυμένος χωροφύλακας κρατώντας στο χέρι μια βίτσα να μην πλησιάζει ο κόσμος που ήταν πράγματι λαοπλημμύρα και μετά την αναγνώριση των μασκαράδων επακολουθούσαν στέψεις κι άλλα διάφορα κόλπα. Ξανάφανε άλλο σινάφι ο ένας ήταν ντυμένος αρκούδα κι ο άλλος αρκουδιάρης βαρούσε ντέφι έναν ταβά και χόρευε η Αρκούδα κάνοντας διάφορα νούμερα. Μερικοί πέφτανε κάτω να τους πατήσει η αρκούδα για να μην τους πονάει η μέση τους.
Αφού χόρεψαν όλοι μαζί διαλύθηκε ο χορός για τη βραδινή Αποκριά γιατί άρχισε να νυχτώνει.
Το βράδυ της Αποκριάς την εποχή εκείνη απόκρευαν μαζί, δύο-τρεις οικογένειες συγγενικές. Τα φαγητά ήσαν λογής-λογής: κοτόπουλο με χυλοπίτες, βεργάδι, στιφάδο, χοιρινό κι άλλα επιδόρπια. Τότε τραπέζια ήσαν οι Σοφράδες, χαμηλά και καθίσματα χαμηλά σκαμνιά, τα προσκέφαλα άλλα γεμάτα άχυρα ή πούσια και άλλα με κοζιά απόκρευαν στο παραγώνι, διότι σπανίως υπήρχε κρεβάτι τότε, ενώ στο τζάκι έδερνε η φωτιά .
Μετά το φαγητό ψένανε τυρί στα κάρβουνα για να καεί ο Λύκος.
Έβαζαν και αυγά στη σπούρνη με τη μύτη προς τα πάνω. Αυτού που ίδρωνε το αυγό αν ήταν νέος ή νέα πλησίαζε η παντρειά. Στο σοφρά έδιναν και έπαιρναν τα τσουγκρίσματα με το κοκκινέλι κι ευχώσαν Καλή Σαρακοστή και συχωράγανε τις ψυχές. Ξέχασα, στο κάθε αυγό μελέταγαν και το άτομο κι ήξερε ο καθένας το δικό του. Αν ίδρωνε των γερόντων το αυγό σήμαινε ευτυχία και πλούτη θα πέσουν στο σπίτι. Αν έσκαγε κάνα αυγό λέγανε το σκάσε ο διάβολος. Επακολουθούσε γλέντι τρικούβερτο ακόμα και χορός και σαν πλησίαζαν τα μεσάνυχτα το τελευταίο έδεσμα ήταν οι νεροχυλοπίτες στραγγιχτές τσιγουρισμένες με γουρναλοιφή και με γαρνιτούρα μυτζήθρας.
Με αυτά τελείωνε η Αποκριά.
ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Την Καθαρή Δευτέρα ήσαν τα κούλουμπα, το γλέντι γινόταν στις γειτονιές. Φτιάχνανε μπουγάτσα στη θράκα κι αυτά που είχαν ζυμώσει βγάζανε λαγάνες. Όταν βγάζανε την μπουγάτσα αφού είχε ψηθεί την άφηναν να κρυώσει λίγο. Τα παιδιά όμως λιγούριαζαν και για να τα καρτερέσει η μάνα τους έλεγε: αφήστε να πάει η ψυχή της στο χωράφι και θα την κόψουμε. Σε λίγη ώρα πάλι τα παιδιά λιγούριαζαν και πάλι η μάνα τους έλεγε: αφήστε να πάει και στο αμπέλι (η ψυχή της), ώσπου η μπουγάτσα κρύωνε λίγο και την τεμάχιζαν με το χέρι κομμάτια στο τραπέζι και τρώγανε όλοι μαζί. Οι μεγαλύτεροι πίνανε κρασί ξεροσφύρι πρώτα αλατίζοντας κάνα κρεμμύδι ή τσιμπώντας καμιά ελιά.
Τα εδέσματα της Δευτέρας ήσαν κρεμμύδια που τα λέγανε και περιστέρια, τα στούμπαγαν στο γόνα ή στο τραπέζι και τα στύβανε να φύγει η καούρα. Και τ’ αλάτιζαν με ριγανάλατο. Αλλά εδέσματα ήσαν τα καρδάματα, οι ελιές κι ο χαλβάς.
Όλη την καθαρή βδομάδα ο κόσμος νήστευε δεν τρώγανε ούτε λάδι. Οι κοπέλες φτιάχνανε την αρμυροκουλούρα κι αφού την τρώγανε όλη την ημέρα δεν έπιναν νερό για να ιδούνε το βράδυ στον ύπνο τους ποιος νέος θα τους δώσει νερό, όπου θα ήταν κι ο μέλλων σύζυγος. Το ίδιο κάνανε και τα παιδιά.
Η ΓΟΥΡΝΟΣΦΑΓΗ
Πολύ κέφι και καλαμπούρι είχε η σφαγή των γουρουνιών. Τα έσφαζαν τα γουρούνια μετά την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Οι γυναίκες από ημέρες καθάριζαν το σιτάρι και το έτριβαν σε μια μεγάλη πλάκα με το λιτρίβι, ένα στρογγυλό ποταμίσιο λιθάρι έκαναν το μπολουγούρι για την οματιές και γέμιζαν με διάφορα μπαχαρικά τα παχιά άντερα και την έψηναν στο φούρνο ή στην μπουγάνα.
Πρωί-πρωί έμπαινε το λεβέτι στη φωτιά, να γίνει θερμό το νερό για τα ποδοκέφαλα, να τα μαδήσουν και να πλύνουν και τα άντερα και για άλλες δουλειές. Αφού ήσαν όλοι οι άντρες στο πόδι, διότι τότε τα γουρούνια τα έσφαζαν μαζί οι συγγενείς. Είχαν έτοιμα τα κάρβουνα με το λιβάνι, το λεμόνι καρφωμένο σε ένα μακρύ ξύλινο σουβλί για να το βάλουν στο στόμα του γουρουνιού όταν ξεψύχαγε, για να είναι νόστιμο το κρέας του, όπου το γουρούνι από την απελπισία του το δάγκωνε και το μάσαγε ξεψυχώντας.
Αφού το έσφαζε ο σφάχτης οι άλλοι το πλάκωναν να μην τους φύγει. Αυτός που είχε τα κάρβουνα με το λιβάνι έλεγε το «Πάτερ ημών». Ο Δήμιος που το έσφαζε έβγαζε τον καρύτζαφλα και τον παραλάβαινε η οικοδέσποινα να τον ψήσει για τις πρώτες βοήθειες να πάρουν λίγο μεζέ να πιούνε ένα ποτήρι να ειπούνε καλοφάγοτο στο νοικοκύρη.
Οι πατσατζήδες έπαιρναν τα ποδοκέφαλα και την ουρά και τα μάδαγαν με θερμό νερό. Με αυτά φτιάχναμε την περίφημη πατσά την πηχτή και της έριχναν μετά το βράσιμο στουμπισμένο σκόρδο και ξύδι που έγλειφες τα δάχτυλα σου.
Ο χειρούργος που έβγαζε τα άντερα και τα συκωτοπλέμονα κάπου κοίταζε και αν ήταν έγκυος η νοικοκυρά τις έλεγε τι παιδί θα γεννήσει. Στο παραγώνι ήταν ο Αντεράς και πάνω στο σοφρά ξεχώριζε τα άντερα τα χοντρά από τα ψιλά. Τα χοντρά για οματιές και τα ψιλά για λουκάνικα. Γινόταν στους πατσατζήδες επιθεώρηση , αν τα μάδησαν καλά διότι υπήρχαν κυρώσεις αν άφηναν τρίχες τους τιμωρούσαν και δεν τους έδιναν ούτε κρασί ούτε μεζέ.
Αλλά το πιο καλύτερο για τους μικρούς ήταν η φούσκα, τη φουσκώναμε, της ρίχναμε αραποσιτόσπυρα, τη βροντάγαμε και παίζαμε. Μετά τη γέμιζαν βασιλικόξυγκο από την μπόλια που ήταν φάρμακο μαζί με ελατόπισσα για τις πληγές, πρηξίματα και τσιρίλους.
Όλη την ημέρα γινόταν γλέντι τρικούβερτο και φαγοπότι. Έσμιγαν οι συγγενείς , τα σοϊα –και μαλωμένοι να ήσαν τα έφτιαχναν και αγαπιώσαν- έριχναν στη θράκα την κατίνα κι άλλους μεζέδες, κολάτσιζαν και πήγαιναν να σφάξουν άλλο.
Στον τελευταίο τρώγανε μαγειρευτό με σέλινα αυγολέμονο. Τη δεύτερη μέρα ημέρα τα γδέρνουν τα γδέρνουν με προσοχή να μην τρυπήσουν το τομάρι, το έκοβαν φασκιές για γουρνοτσάρουχα, αφού το αλάτιζαν με πολύ αλάτι να ψηθεί και να αργάσει. Την τρίτη μέρα το έλιωναν το ξύγκι και έβγαζαν τη γουρναλοιφή και τις περιβόητες τσιγαρίδες. Έβραζαν και το κρέας, το αλάτιζαν λίγο αρμυρό και το έβαζαν στη λαγήνα, ανακατεμένο με κομμένα λουκάνικα αφού πρώτα του έριχναν διάφορα μπαχαρικά.
11 Πίγκες:Ήταν τα παπούτσια των φουστανελάδων, τα τσαρούχια. Οι πίγκες ήσαν μαύρες και κόκκινες.
2Αλατζένια:Υφαντά στον αργαλειό ποικίλων χρωμάτων.
3 Χαρμπαλάς:Συγκεκριμένο στυλ ραψίματος για τα φουστάνια (Σαν πιέτα).
4 Μπόλκα:Υφαντή ζακέτα εποχής.
5 Μπελερίνα:Εσάρπα,σάλι.
6 Παπάζι:Το φέσι της στολής της Αμαλίας.
7 Κούκουρο:Κρανίο
13 Δεκεμβρίου 1943: Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων!!
Η Σφαγή των Καλαβρύτων (ή και Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων) αναφέρεται στην εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού και την ολική καταστροφή της κωμόπολης των Καλαβρύτων στην Ελλάδα, από στρατιώτες της γερμανικής 117ης Μεραρχίας Καταδρομών, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στις 13 Δεκεμβρίου του 1943.
Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε την 4η Δεκεμβρίου, ως μαζικά αντίποινα στην εκτέλεση, από τους αντάρτες, 77 Γερμανών στρατιωτών αιχμαλώτων, οι οποίοι είχαν συλληφθεί μετά τη νίκη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής, την 20η Οκτωβρίου του 1943. Η επιχείρηση στόχευε στην τρομοκράτηση των ντόπιων με εκτελέσεις αμάχων και λεηλασίες, πυρπόληση οικιών καθώς και στην ολική εκκαθάριση του ορεινού όγκου του Χελμού από αντιστασιακές ομάδες και αντάρτες. Οι σφαγές και οι λεηλασίες ξεκίνησαν από την παράκτια περιοχή της Αχαΐας στη βόρεια Πελοπόννησο. Τα στρατεύματα της Βέρμαχτ, στην πορεία τους, έκαψαν δεκάδες χωριά και δολοφόνησαν αμάχους, με τελικό προορισμό τα Καλάβρυτα, όπου και εισήλθαν την 9η Δεκεμβρίου. Συνολικά, σύμφωνα με τους νεότερους ιστορικούς, εκτελέστηκαν 677 άμαχοι, από τους οποίους οι 499 στα Καλάβρυτα, και πυρπολήθηκαν περίπου 1.000 σπίτια σε πάνω από 50 χωριά. Μάλιστα, τα ναζιστικά στρατεύματα άρπαξαν και υλικά αγαθά, τρόφιμα αλλά και ζώα ώστε, σύμφωνα με την ηγεσία της Μεραρχίας, να στερήσουν από τους κατοίκους των χωριών τις προϋποθέσεις διαβίωσης.
Η σφαγή των Καλαβρύτων αποτελεί την πιο βαριά περίπτωση εγκλήματος πολέμου στην Ελλάδα, κατά την κατοχική περίοδο. Κανένας από τους υπευθύνους των εγκλημάτων αυτών δεν λογοδότησε στη δικαιοσύνη ενώ μέχρι και σήμερα ακόμα δεν έχει καταβληθεί καμιά απολύτως αποζημίωση από τη Γερμανία.























































