Back to top
Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026 στις 8:09πμ | Κατηγορία: Κοινωνικά | Ν.Δ.Κ.
ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΙΟ ΜΟΥ, ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΥΤΣΟΥΓΕΡΑ

Στο καλό χρυσέ μου θείε!

Πρώτα – πρώτα θέλω να πω πως νιώθω τυχερός, στη σκοτεινή αυτή ώρα, γιατί στη ζωή μου είχα δύο πατεράδες, το ΒΑΣΙΛΗ Γ. ΚΟΥΤΣΟΥΓΕΡΑ που μ’ έμαθε να αγαπώ τα βιβλία, τον πολιτισμό, την Αρχαία Ελλάδα, τον Χριστιανισμό, μεγάλη η οφειλή μου, και το ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΚΟΥΤΣΟΥΓΕΡΑ που μ’ έμαθε να ν’ αγαπάω τον εαυτό μου. Αλήθεια, πόσο μα πόσο το χρειάστηκα αυτό στις ανηφόρες και στις επικίνδυνες στροφές στη ζωή μου.

Θα ξεκινήσω μ’ αυτό που μας έχει απομείνει, το νεκρό σώμα του θείου μου. Αυτό έχουμε τώρα, γιατί η ψυχή του όλο χυμάει τ’ αψήλου, όλο ανυψώνεται ανυπόμονα, για να συναντήσει την Παναγιώτα του. Θα επαινέσω αυτό το σώμα που τώρα στέκεται εμπρός μας λάφυρο του θανάτου και χρόνου του φθονερού. Αυτό το σώμα ήταν ένα υπέροχο πολυεργαλείο στην υπηρεσία της χρυσής του ψυχής και του πολυμήχανου μυαλού του. Το κορμί του ήταν πραγματικό λάστιχο: μπορούσε να κάνει κάθε είδους ακροβατικά, να περπατάει με τα χέρια απίστευτα διαστήματα, να σκαρφαλώνει παντού, να τρέχει σαν τον άνεμο, να χορεύει υπέροχα.

Όταν ήταν παιδί και πήγαινε για μελά ήταν φόβος και τρόμος για τους μεγάλους που τον συνόδευαν: από την κορυφή του έλατου έκανε τσουλήθρα κλάρα με κλάρα ως κάτω και όταν ήταν έτοιμος να σκάσει σαν καρπούζι στη γη, αρπαζόταν από την τελευταία κλάρα, φρέναρε στο όριο και πηδούσε γελώντας στη γη.

Τα χέρια του ήταν χρυσά: ικανά για την πιο δύσκολη δουλειά, για την πιο περίπλοκη μαστορική, για κάθε κατασκευή. Δεν είχε αμύθητα πλούτη, είχε όμως αμύθητα χέρια και αυτά τα αμύθητα χέρια δεν τα κράτησε για τον εαυτό του, τα χάριζε απλόχερα στους άλλους, στο γείτονα, το συγγενή, το φίλο, τον χωριανό και στον εχθρό, ναι τον εχθρό. Πόσες φορές δε μου είχε πει: – Δημάκη, κάτσε λίγο στο πρατήριο, γιατί έχω να πάω στη στέγη του τάδε ή να χτίσουμε τον φούρνο του άλλου ή να ρίξουμε τα τσιμέντα στη σκάλα του τρίτου…

Ήταν, επίσης, κληρονομιά απ’ τον υπέροχο πατέρα του, το Γιώργη τον Γκαγιάκο, απίστευτα έντιμος, ακέραιος, τίμιος. Ένα παράδειγμα αρκεί: Όταν έφτιαχνε τις βενζίνες, υπήρχε στην αντλία μία ρύθμιση της ροής, που ο νόμος επέτρεπε να είναι η ροή κάπως περισσότερη ή λιγότερη. Ο τεχνικός τον ρώτησε πού να βάλει τη ρύθμιση, ο θείος είπε ακριβώς στη μέση. Ο τεχνικός έκανε το σταυρό του. «Πρώτη φορά είδα βενζινά να κάνει τέτοιο πράγμα». Το πρατήριο του ήταν ξακουστό ως το καθαρό πρατήριο. Συναντούσα ανθρώπους στην Εύβοια, στη Θεσσαλία, στη  Θεσσαλονίκη και μου μιλούσαν με ενθουσιασμό για το ΚΑΘΑΡΟ ΠΡΑΤΗΡΙΟ εκεί κάτω, με τον τόσο υπέροχο βενζινά. Κάποιος μου είπε: «Αχ! αυτός ο θείος σου, είναι τόσο καλός που μου ’ρχεται να βάλω πετρέλαιο, να πάω παρακάτω, να το αδειάσω σ’ ένα χαντάκι και να πάω να ξαναβάλω πετρέλαιο. Για να μη μιλήσω για τα γενναιόδωρα βερεσέδια του που τελειωμό δεν είχαν.

Ο Μιχάλης ο Κουτσούγερας ήταν απίστευτος στα καλαμπούρια, στα αστεία, στις μιμήσεις χωριανών, στις αστείες βλαχερναίικες ιστορίες. Δίδυμο με τη γιαγιά τη Φωτεινή μάς ξελιγώναν στα γέλια τόσες και τόσες φορές, μέχρι αργά τη νύχτα.

Ο θείος ήταν άνθρωπος της παράδοσης. Αγαπούσε τα έθιμα, τα πανηγύρια, τον παλιό τρόπο ζωής, εφάρμοζε κατά γράμμα την αλληλεγγύη των φτωχών, ήξερε όλες τις παλιές βλαχερναίικες λέξεις, όλα τα σόγια, τις ρούγιες, τα πιο μακρινά μέρη της βλαχερναίικής εξοχής.

Ήταν όμως κ’ ένας μοντέρνος άνθρωπος που προσαρμοζόταν στις αλλαγές των καιρών: Το μακρινό 1962, με τη στήριξη των αδελφών του, έφερε στη Βλαχέρνα το τρακτέρ, το μπλε ZETOR. Εμείς τα παιδιά νομίζαμε ότι βλέπαμε αστροναύτη… Το 1973 άνοιξε πρατήριο βενζίνης δίνοντας μεγάλη ζωντάνια στο χωριό. Ο χώρος του παλιού πρατηρίου παραμένει το πιο ζωντανό μέρος της Βλαχέρνας.

Ας μη θρηνούμε όμως τόσο. Ο θείος μου έζησε μια υπέροχη ζωή, όπως την ονειρεύτηκε κι ακόμα καλύτερη. Έζησε το όνειρό του εδώ στη Βλαχέρνα. Είπε όχι στις γυαλιστερές ευκαιρίες: Είπε όχι στην Αμερική. Είπε όχι στη Σουηδία. Είπε όχι στην Αθήνα. Έμεινε εδώ, στη γη του και δημιούργησε και ευτύχησε, ακμαίος και σοφός μέχρι τα βαθιά γεράματα. ΕΖΗΣΕ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΖΩΗ, με την Παναγιώτα του, με τις δυχατέρες του, με τα τρακτέρια του, με τις βενζίνες του, με τα μυθικά του κυνηγόσκυλα, με τα ντουφέκια του και τα εργαλεία του, με τις καλοσύνες του και την αγάπη του που έλαμπε πίσω από τη ΓΕΡΑΚΙΣΙΑ ΜΑΤΙΑ του, με τα τρεχαλητά του για το φίλο, το γείτονα, το χωριανό, με την περηφάνεια του για την όμορφη ζωή του.

Ήρθε η ώρα να παραδώσουμε το θείο μου στη σιωπή. Η φωνή του θα αντηχεί μέσα στη νύχτα σα μουσική που σβήνει μακριά. Θα ακούγεται στα βιντεάκια που τόσο συγκινητικά ανέβασαν οι χωριανοί. Θα ακούγεται όμως και στο θαυμάσιο λεξικό της βλαχερναίικης γλώσσας με 4.000 λέξεις, που έφτιαξαν τόσο τέλεια με τη Φωτεινή, τη μεγάλη του κόρη. Ας τον αποχαιρετήσουμε. Τον φαντάζομαι να γεμίζει φουλ το ZETOR στο πρατήριο, ήρεμος, να βάζει μπρος και να χυμάει προς τον ουρανό. Το τρακτέρ γεμάτο πουλιά. Στη ρυμούλκα αγκαλιά τα σκυλιά του μαζί με τους λαγούς που τώρα έκλεισαν ειρήνη. Ο αχός από τα έλατα τον αποχαιρετάει. Ο αέρας μυρίζει μυρωνολάχανα. Και οι άγγελοι λένε: «ανοίξτε, αυτόν τον ξέρουμε, είναι ο Μιχάλης από τη Βλαχέρνα, ο Ασπρογέρακας, ο Φίκος, ο Γκαγιάκος…»

** Με αφορμή το σαρανταήμερο μνημόσυνο του Μιχάλη Γ. Κουτσούγερα, αναρτούμε τον επικήδειο από τον ανιψιό του, Δημήτρη (Δήμη) Κουτσούγερα.

Σχολιάστε

Όνομα (υποχρεωτικό)

Email (υποχρεωτικό)

Τηλέφωνο

Σχόλια