Η ομιλία για τον Εορτασμό της 82ης επετείου του Ολοκαυτώματος της Μαρτυρικής Βλαχέρνας από τα Γερμανικά στρατεύματα κατοχής.
Τον πανηγυρικό της ημέρας για την 82η επέτειο του ολοκαυτώματος εκφώνησε ο συμπατριώτης μας, Ομότιμος Καθηγητής Οικονομικών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών Τρύφωνας Κολλίντζας.
Αξιότιμοι προσκεκλημένοι, αγαπητοί συμπατριώτες και συμπατριώτισσες, κυρίες και κύριοι,
Αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή και βαθιά συγκίνηση που βρίσκομαι σήμερα μαζί σας, στον ιερό αυτό χώρο, μπροστά στο Μνημείο των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος της Βλαχέρνας, για να εκφωνήσω τον πανηγυρικό λόγο της 82ης επετείου της θυσίας του χωριού μας.
Η σημερινή ομιλία χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο θα θυμηθούμε, σύντομα και με σεβασμό, τα γεγονότα που οδήγησαν στο Ολοκαύτωμα της 19ης Ιουλίου 1944. Στο δεύτερο θα επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε το διαχρονικό μήνυμα που αφήνει αυτή η τραγική σελίδα της ιστορίας μας, όχι μόνο για εμάς αλλά και για τις επόμενες γενιές. Και στο τρίτο θα μοιραστώ μαζί σας κάποιες προσωπικές σκέψεις και βιώματα, που συνδέουν τη δική μου οικογένεια και τη δική μου μνήμη με εκείνα τα γεγονότα.
Πολλά από όσα θα αναφέρω στηρίζονται σε ιστορικές μελέτες, μαρτυρίες και δημοσιευμένες πηγές. Για λόγους συντομίας, όμως, σήμερα δεν θα αναφερθώ αναλυτικά στις βιβλιογραφικές παραπομπές.
Ας γυρίσουμε, λοιπόν, ογδόντα δύο χρόνια πίσω, στον Ιούλιο του 1944.
Το πλαίσιο
Για να κατανοήσουμε τα γεγονότα της 19ης Ιουλίου 1944, είναι απαραίτητο να θυμηθούμε, έστω και συνοπτικά, το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίχθηκαν. Τον Ιούλιο του 1944 οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής πραγματοποιούσαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ορεινή Αρκαδία, με στόχο να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ που δρούσαν στην περιοχή. Είχαν ήδη προηγηθεί συγκρούσεις γύρω από το Λεβίδι και οι γερμανικές αρχές κατοχής εφάρμοζαν πλέον συστηματικά την πολιτική των αντιποίνων, πυρπολώντας χωριά και εκτελώντας αμάχους. Την ίδια περίοδο, οι Γερμανοί εξακολουθούσαν να ελέγχουν την Τρίπολη και τους βασικούς οδικούς άξονες της Πελοποννήσου. Η ύπαιθρος, όμως, βρισκόταν σε μεγάλο βαθμό υπό την επιρροή του ΕΛΑΣ. Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα τεταμένο περιβάλλον εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα της Βλαχέρνας. Η μάχη της 19ης Ιουλίου 1944 υπήρξε, από στρατιωτική άποψη, μια περιορισμένης έκτασης σύγκρουση. Οι συνέπειές της, όμως, για τον άμαχο πληθυσμό υπήρξαν τραγικές. Τα γερμανικά αντίποινα που ακολούθησαν οδήγησαν στην καταστροφή της Βλαχέρνας και σημάδεψαν ανεξίτηλα την ιστορία του χωριού μας. Οι ελληνικές ιστορικές πηγές συμφωνούν ως προς τη γενική εξέλιξη των γεγονότων, αν και διαφέρουν σε ορισμένες επιμέρους λεπτομέρειες, όπως ο ακριβής αριθμός των συμμετεχόντων και των απωλειών. Οι διαφορές αυτές, όμως, δεν μεταβάλλουν την ουσία των γεγονότων ούτε το μέγεθος της τραγωδίας που ακολούθησε.
Οι μάχες και το Ολοκαύτωμα
Στις 18 Ιουλίου 1944, γερμανικά στρατιωτικά τμήματα εισήλθαν στη Βλαχέρνα και αργότερα επέστρεψαν προς το Λεβίδι. Το ίδιο βράδυ, δύναμη του ΕΛΑΣ κατέλαβε θέσεις στα υψώματα πάνω από τον δρόμο που συνέδεε το Λεβίδι με τη Βλαχέρνα, έχοντας ως αποστολή να στήσει ενέδρα στη γερμανική φάλαγγα. Σκοπός των ανταρτών δεν ήταν να εμπλακούν σε γενικευμένη μάχη, αλλά να παρενοχλήσουν τον εχθρό και να του προκαλέσουν απώλειες. Σύμφωνα με τις περισσότερες τοπικές μαρτυρίες, την ενέδρα πραγματοποίησε ο 2ος Λόχος του 11ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Οι άνδρες του, περίπου τριάντα έως πενήντα, είχαν πάρει θέσεις από το προηγούμενο βράδυ στις πλαγιές πάνω από τον δρόμο, περιμένοντας την εμφάνιση της γερμανικής φάλαγγας.
Το ξημέρωμα της 19ης Ιουλίου, η εμπροσθοφυλακή των Γερμανών μπήκε στη ζώνη της ενέδρας. Οι αντάρτες άνοιξαν πυρ εναντίον των ποδηλατιστών της εμπροσθοφυλακής, επιδιώκοντας τον αιφνιδιασμό. Οι διαθέσιμες πηγές συγκλίνουν στο ότι οι γερμανικές απώλειες ήταν περιορισμένες. Μόλις, όμως, αντέδρασε ο κύριος όγκος της φάλαγγας, οι αντάρτες αποσύρθηκαν προς το Μαίναλο, εφαρμόζοντας την τακτική του ανταρτοπολέμου. Από εκείνο το σημείο και έπειτα άρχισε η τραγωδία.
Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής εφάρμοζαν την πολιτική της συλλογικής ευθύνης. Για κάθε επίθεση που δεχόταν ο στρατός τους, τα αντίποινα στρέφονταν εναντίον του πλησιέστερου άμαχου πληθυσμού. Eτσι, αμέσως μετά τη συμπλοκή, εισήλθαν στη Βλαχέρνα. Πυρπόλησαν σχεδόν ολόκληρο το χωριό, καταστρέφοντας περίπου διακόσια σπίτια. Έκαψαν τις σοδειές που μόλις είχαν συγκεντρωθεί στα αλώνια και αφάνισαν ζώα που βρίσκονταν στα μαντριά. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων σώθηκε επειδή είχε προλάβει να καταφύγει στο Μαίναλο, προβλέποντας τον κίνδυνο. Όσοι όμως παρέμειναν στο χωριό πλήρωσαν βαρύ τίμημα. Εκτελέστηκαν ο Δημήτριος Λολώνης και ο Τρύφων Κατσούλης, ενώ ο Αναστάσιος Τζιώλας τραυματίστηκε θανάσιμα και υπέκυψε λίγες ημέρες αργότερα στα τραύματά του. Οι Γερμανοί έφυγαν αφήνοντας πίσω τους ένα χωριό κατεστραμμένο. Σπίτια, περιουσίες και οι κόποι μιας ολόκληρης χρονιάς είχαν γίνει στάχτη. Η Βλαχέρνα είχε πλέον χαραχθεί στον χάρτη των μαρτυρικών τόπων της Ελλάδας. Τρεις ημέρες αργότερα, στις 22 Ιουλίου, άνδρες του ΕΛΑΣ έστησαν νέα ενέδρα, σχεδόν στο ίδιο σημείο. Αυτή τη φορά η επιχείρηση υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχής. Από τα πέντε γερμανικά οχήματα που δέχθηκαν την επίθεση, τα τέσσερα καταστράφηκαν, ενώ οι εκτιμήσεις για τις γερμανικές απώλειες κυμαίνονται, ανάλογα με την πηγή, από τριάντα πέντε έως εξήντα πέντε νεκρούς.
Τι μας λέει σήμερα η ιστορική έρευνα
Οκτώ δεκαετίες μετά τα γεγονότα, η ιστορική έρευνα μας επιτρέπει να δούμε με μεγαλύτερη ψυχραιμία όσα συνέβησαν εκείνον τον Ιούλιο. Παρά τις επιμέρους διαφωνίες σε ορισμένες λεπτομέρειες, οι περισσότεροι ιστορικοί συγκλίνουν σε τρία βασικά συμπεράσματα.
Πρώτον, η συμπλοκή της 19ης Ιουλίου είχε περιορισμένη στρατιωτική σημασία.
Δεύτερον, αποτέλεσε την αφορμή για την καταστροφή της Βλαχέρνας, η οποία υπήρξε συνέπεια της πολιτικής αντιποίνων που εφάρμοζαν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής.
Και τρίτον, η ενέδρα της 22ας Ιουλίου αποτέλεσε τη σημαντικότερη στρατιωτική επιτυχία του ΕΛΑΣ στην περιοχή.
Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι η σχέση ανάμεσα στην αντάρτικη δράση και στα γερμανικά αντίποινα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής μελέτης και συζήτησης. Ωστόσο, υπάρχει ευρεία συμφωνία σε ένα σημείο: η καταστροφή της Βλαχέρνας δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός ούτε μια αυθόρμητη αντίδραση της στιγμής. Ήταν εφαρμογή της πάγιας πολιτικής συλλογικών αντιποίνων που ακολουθούσαν οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής απέναντι στους άμαχους πληθυσμούς· μιας πολιτικής που παραβίαζε ακόμη και το ισχύον τότε δίκαιο του πολέμου.
Το Ολοκαύτωμα μέσα από την προσωπική μου μνήμη
Μέχρι τώρα μίλησα ως ιστορικός ερευνητής, προσπαθώντας να παρουσιάσω τα γεγονότα και το διαχρονικό μήνυμά τους με τη μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα. Επιτρέψτε μου, όμως, να κλείσω αυτή την ομιλία με μια πιο προσωπική αναφορά. Για μένα, το Ολοκαύτωμα της Βλαχέρνας δεν αποτελεί μόνο ένα ιστορικό γεγονός. Είναι μέρος της οικογενειακής μου ιστορίας, των παιδικών μου αναμνήσεων και της συλλογικής μνήμης με την οποία μεγάλωσα. Τι είναι, λοιπόν, ή μάλλον τι μου γεννά η μνήμη του Ολοκαυτώματος της Βλαχέρνας ως Βλαχερναίου;
Πριν απαντήσω, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι εντάσσω το Ολοκαύτωμα της Βλαχέρνας στο ευρύτερο πλαίσιο των αγώνων του ελληνικού λαού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ταυτόχρονα, το εντάσσω στη συλλογική μνήμη των Βλαχερναίων, αλλά και γενικότερα των Αρκάδων· σε εκείνο το σύνολο των αναμνήσεων, των αφηγήσεων, των συμβόλων και των κοινών βιωμάτων που διαμορφώνουν την ιστορική μας ταυτότητα και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.
Γι’ αυτό αισθάνομαι βαθιά υπερηφάνεια για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής και για τις θυσίες τους. Στη συλλογική μας μνήμη, οι περισσότεροι από χίλιοι κάτοικοι της Βλαχέρνας —του τότε Μπεζενίκου— υπήρξαν ήρωες, όπως ήρωες υπήρξαν και οι μαχητές που έστησαν τις ενέδρες εναντίον των γερμανικών φαλάγγων. Γνώριζαν πολύ καλά τις πιθανές συνέπειες των πράξεων τους. Γνώριζαν τι είχε συμβεί λίγους μήνες νωρίτερα στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο. Κι όμως, επέλεξαν συνειδητά να συμμετάσχουν στον αγώνα, αποδεχόμενοι το βαρύ τίμημα που αυτός μπορούσε να επιφέρει.
Όσοι επέζησαν είχαν να αφηγηθούν ιστορίες ηρωισμού, αυταπάρνησης και αξιοπρέπειας. Αυτές τις ιστορίες άκουγα κι εγώ από παιδί. Μεγάλωσα ακούγοντας για τον θρυλικό «Μανίκα», τον Κώστα Κατσούλη, που, σύμφωνα με τις αφηγήσεις των συγχωριανών μας, πέταξε τη χειροβομβίδα η οποία εξουδετέρωσε το γερμανικό πολυβόλο στη μάχη της 19ης Ιουλίου 1944. Ο Μανίκας ήταν ξάδελφος του πατέρα μου. Ως παιδί τον φανταζόμουν σαν έναν επιβλητικό γίγαντα. Θυμάμαι ακόμη την έκπληξή μου όταν τον γνώρισα για πρώτη φορά: αντίκρισα έναν άνθρωπο μετρίου αναστήματος, γλυκομίλητο και πάντα χαμογελαστό, που διατηρούσε βενζινάδικο στο Χαλάνδρι. Η αντίθεση ανάμεσα στον θρύλο και στον άνθρωπο με σημάδεψε για πάντα.
Μεγάλωσα, επίσης, ακούγοντας την ιστορία του μεγάλου αδελφού του πατέρα μου, του Κωνσταντίνου Κολλίντζα, γνωστού ως «Καπετάν Κολοκοτρώνη», διοικητή του 2ου Τάγματος του 16ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Ήταν ένας χαρισματικός άνθρωπος, που έπεσε στις 6 Οκτωβρίου 1944, στη μάχη του Σταυρού Βέροιας, πολεμώντας στην πρώτη γραμμή, παρότι ήταν διοικητής τάγματος. Ήταν μόλις είκοσι επτά ετών.
Μεγάλωσα, τέλος, ακούγοντας και την ιστορία του ίδιου του πατέρα μου, Ευάγγελου Κολλίντζα. Ως υπαξιωματικός του Βασιλικού Ναυτικού υπηρέτησε στα υποβρύχια «Παπανικολής» και «Τρίτων» (Υ-5) κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τη βύθιση του υποβρυχίου «Τρίτων», στις 16 Νοεμβρίου 1942, συνελήφθη αιχμάλωτος μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος και οδηγήθηκε στο στρατόπεδο αιχμαλώτων Murlag, στην Βορειοδυτική Γερμανία, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωσή του. Με την επιστροφή του στην πατρίδα επανεντάχθηκε στο Βασιλικό Ναυτικό, το οποίο τον τίμησε με σημαντικά παράσημα, τόσο για μεμονωμένες πράξεις, όσο και για την συνολική του θητεία.
Όλες αυτές οι ιστορίες δεν αποτελούν μόνο οικογενειακές αναμνήσεις. Είναι κομμάτια της συλλογικής μνήμης της Βλαχέρνας. Είναι οι ιστορίες που μας διαμόρφωσαν, μας δίδαξαν τι σημαίνουν ελευθερία, αξιοπρέπεια και ευθύνη και μας υπενθυμίζουν ότι η ιστορία δεν είναι κάτι μακρινό· ζει μέσα στις οικογένειες, στις αφηγήσεις και στη μνήμη κάθε τόπου.
Κλείνοντας, επιτρέψτε μου, τώρα, να ακολουθήσω την παράδοση και να αναφέρω τα ονόματα των μαχητών και αμάχων με καταγωγή από την Βλαχέρνα που σκοτώθηκαν στη διάρκεια της αντίστασης, που δεν προανέφερα. Θα παρακαλούσα μετά το όνομα να φωνάξουμε «Αθάνατος»:
Μαχητές:
Γιώργης Καρούντζος, Ντίνος Κολλίντζας, Γιάννης Πανούσης, Βαγγέλης Λολώνης,
Άμαχοι:
Αριστείδης Αποστολόπουλος, Τρύφων Κατσούλης, Φώτης Κουνέλης, ΘοδωρήςΚουτσούγερας, Τάσης Κουτσούγερας, Γιώργης Κουτσούγερας, Βασίλης Κουτσούγερας, Δημήτρης Λολώνης, Αναστάσιος Τζιώλας.
Σας ευγνωμονούμε. Γιατί με τη θυσία σας μας κληροδοτήσατε όχι μόνο την ιστορία αυτού του τόπου, αλλά και την περηφάνια να λέμε πως καταγόμαστε από τη Βλαχέρνα. Στη μνήμη των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και εκείνων που κράτησαν τη μνήμη τους ζωντανή, η μνήμη σας θα μας συνοδεύει πάντοτε.
Αιωνία σας η μνήμη.
Σας ευχαριστώ.
*** Ο Τρύφων Κολλίντζας είναι Ομότιμος Καθηγητής Οικονομικών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ). Ο Καθηγητής Κολλίντζας έχει διαγράψει μια διακεκριμένη ακαδημαϊκή και δημόσια πορεία που εκτείνεται σε σχεδόν πέντε δεκαετίες. Διετέλεσε Καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΟΠΑ) από το 1990 έως την αφυπηρέτησή του το 2020 και συνεχίζει να προσφέρει ως Ερευνητής στο Εργαστήριο Οικονομικής Πολιτικής του ΟΠΑ. Είναι διδάκτωρ Οικονομικής Επιστήμης (Ph.D., 1981) στην Οικονομική Επιστήμη από το Northwestern University, μετά την ολοκλήρωση των προπτυχιακών του σπουδών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. O Καθηγητής Κολλίντζας είναι διεθνώς αναγνωρισμένος για την πρωτοποριακή του συμβολή στη Δυναμική Μακροοικονομική, ιδίως στους τομείς της οικονομικής μεγέθυνσης, των οικονομικών διακυμάνσεων και της δημόσιας οικονομικής. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του κατείχε ακαδημαϊκές θέσεις στο Πανεπιστήμιο του Pittsburgh, στο McGill University, στο Northwestern University και στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας.
Διετέλεσε επίσης επισκέπτης ερευνητής στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Minneapolis (Federal Reserve Bank of Minneapolis), στο Κέντρο Οικονομικών Επιδόσεων (CEP) του London School of Economics και στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο (European University Institute) της Φλωρεντίας
Το ερευνητικό του έργο που αριθμεί πάνω από εξήντα άρθρα δημοσιεύθηκε σε μερικά από τα πλέον έγκριτα διεθνή επιστημονικά περιοδικά της οικονομικής επιστήμης. Πέρα από την ακαδημαϊκή του δραστηριότητα, ο Καθηγητής Κολλίντζας προσέφερε σημαντικό έργο στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής και της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Παράλληλα, υπηρέτησε ως μέλος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Ελληνικής Κυβέρνησης και του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επίσης, χρημάτισε οικονομικός σύμβουλος στις τράπεζες Εργασίας και Eurobank και Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Attica Bank. Διαδραμάτισε επίσης πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του επιστημονικού διαλόγου και της οικονομικής έρευνας στην Ευρώπη, υπηρετώντας ως Πρόεδρος της ASSET και συμμετέχοντας σε σημαντικά ευρωπαϊκά ερευνητικά δίκτυα και προγράμματα, όπως το CEPR και το ADEMU. Επιπλέον, υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Journal of Economic Dynamics and Control, Economic Policy και άλλων σημαντικών επιστημονικών και οικονομικών εκδόσεων.
Η παρακαταθήκη του Καθηγητή Κολλίντζα υπερβαίνει κατά πολύ το εξαιρετικό επιστημονικό του έργο. Ως δάσκαλος, μέντορας και δημόσιος διανοούμενος ενέπνευσε γενιές φοιτητών, επηρέασε ουσιαστικά πλήθος συναδέλφων και συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στην πρόοδο της οικονομικής επιστήμης όσο και στον δημόσιο διάλογο για την οικονομική πολιτική στην Ελλάδα και διεθνώς. Η επιστημονική του αυστηρότητα, η γενναιοδωρία του ως δασκάλου και η αφοσίωσή του στην αριστεία άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ακαδημαϊκή κοινότητα.








